Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

Οι κοπρίτες και ο Αναστασιάδης





Τι κράτος θέλει να είναι η Κύπρος; Σε επίπεδο ουσίας και συμβολισμού το θέμα έμμεσα πλην σαφώς τέθηκε μέσα από δύο επισκέψεις ξένων αξιωματούχων στην Κύπρο: Του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζο Μπάιντεν και του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ. Aleksey Meshkov. Είναι κατανοητό ότι και οι δύο ξένοι πολιτικοί ήρθαν στην Κύπρο για να προωθήσουν τα συμφέροντα των χωρών τους. Ήρθαν επίσης να μας εξηγήσουν πώς βλέπουν τη θέση της Κύπρου μέσα από τους δικούς τους σχεδιασμούς για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Τι μας είπαν;

* Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Joe Biden ζήτησε από την Κύπρο να σταθεί δίπλα από τις ΗΠΑ ως στρατηγικός εταίρος σε μια δύσκολη γειτονιά. Οι ΗΠΑ για πρώτη φορά βάζουν την Κύπρο στον γεωπολιτικό χάρτη για δύο λόγους: α) λόγω της ανακάλυψης υδρογονανθράκων στην περιοχή με εμπλοκή αμερικανικών εταιρειών και β) λόγω του ότι ως μέλος της ΕΕ αποτελεί μια σχεδία σταθερότητας στην εύφλεκτη Ανατολική Μεσόγειο. Ως στρατηγικός εταίρος και σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Μπάιντεν η Κύπρος μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για τη μεταφορά φυσικού αερίου από τις γειτονικές χώρες, όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και ο Λίβανος, με στόχο τα 100 τρισ. κυβικά πόδια φυσικού αερίου που υπολογίζονται στην περιοχή να αποτελέσουν μια εναλλακτική πηγή τροφοδοσίας της ΕΕ (όπως συμβαίνει με τα κοιτάσματα των σκανδιναβικών χωρών ή της Αλγερίας). Για να μπορέσει να επιτελέσει αυτό τον σύνθετο ρόλο η Κύπρος οφείλει να ξεπεράσει το μοναδικό πρόβλημα που έχει. Να λύσει δηλαδή το Κυπριακό και να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Τουρκία η οποία αναμφίβολα είναι μέρος του ευρύτερου αμερικανικού σχεδιασμού. Διά της εις άτοπον απαγωγής τον ρόλο αυτό δεν μπορούν να επιτελέσουν μεγαλύτερες χώρες στην περιοχή όπως η Τουρκία, η Αίγυπτος και το Ισραήλ λόγω σοβαρών μεταξύ τους προστριβών.

* Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας κ. Aleksey Meshkov, ο οποίος κατέφθασε στην Κύπρο μετά την επίσκεψη Μπάιντεν, αλλά και ο Ρώσος πρέσβης την περασμένη βδομάδα στο Sigma Live φρόντισαν να υπερτονίσουν τα συμφέροντα της Κύπρου με τη Μόσχα, χωρίς να αποκαλύπτουν, κατά την πάγια τακτική τους, τον δικό τους σχεδιασμό στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος αποτελεί μόνιμη βάση για πολλούς Ρώσους και παίρνει ανάσες από τη ροή τουριστών που αναμένεται φέτος να ξεπεράσουν τις 750.000. Στη χώρα μας, λόγω της παρουσίας Ρώσων επιχειρηματιών με καταθέσεις γύρω στα 16 δισ., επωφελούνται τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία καθώς και οι μεγάλοι λογιστικοί οίκοι με αρκετά εκατ. ευρώ ετησίως. Βεβαίως η Ρωσία σε κάθε περίπτωση ως χώρα μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορεί διά του βέτο να παγώνει κάποιες εξελίξεις που δρομολογούνται σε ό,τι αφορά τη λύση του προβλήματος κόντρα σε πρωτοβουλίες του αμερικανοβρετανικού παράγοντα, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν θα ενοχλείται η Τουρκία. Τι ζητούν από μας οι Ρώσοι; Να αποφύγουμε να ενταχθούμε στα συστήματα ασφαλείας της Δύσης, να προσφέρουμε διευκολύνσεις στον ρωσικό στόλο και να υποστηρίζουμε μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες εντός της ΕΕ κάποιες θέσεις που την ευνοούν, όπως συμβαίνει αυτή την περίοδο με τα μέτρα που λαμβάνονται εναντίον της λόγω Ουκρανικού.

Τι μας συμφέρει;

Η Κύπρος με λίγα λόγια καλείται να αποφασίσει, αφού το περιθώριο ελιγμών γύρω της άρχισε να στενεύει.

Οι δύο πιο πάνω προτάσεις, αν μας επιτραπεί μια αυθαίρετη γενίκευση, ίσως εκπροσωπούν δύο δρόμους τους οποίους κάθε κράτος (συνδυάζοντας την εσωτερική και εξωτερική του πολιτική) έχει τη δυνατότητα να πορευθεί. Πρόκειται για τον δύσκολο δρόμο του ρεαλισμού και τον εύκολο δρόμο της γρήγορης επιτυχίας. Χωρίς προσπάθεια εξωραϊσμού των ΗΠΑ, μπορεί ο καθένας να διαπιστώσει ότι πέρα από το σκληρό προσωπείο της υπερδύναμης, συνιστά στο εσωτερικό της μια ώριμη δημοκρατία δυτικού τύπου με στοιχειώδεις δημοκρατικές διαδικασίες, κράτος δικαίου και διαφάνειας. Η ισχύς της χώρας αυτής δεν πηγάζει μόνο από τα κανόνια της, αλλά τηρουμένων των διεθνών αναλογιών, εκπορεύεται κυρίως από το εσωτερικό δημοκρατικό της κεκτημένο. Τι ζητά λοιπόν η χώρα αυτή από μας; Αυτό που ζητούσε από τη δεκαετία του 1960. Ζητά διπλωματικά από την Κύπρο μια αξιόπιστη και προβλέψιμη πολιτική απέναντι στη Δύση και στις ώριμες Δημοκρατίες της. Κυνικά ομιλούντες, απαιτεί πλήρη συμπόρευση και υπόσχεται εκατοντάδες δισ. από την εκμετάλλευση του φυσικού αερίου.



Από την άλλη η Ρωσία προτείνει στην Κύπρο τον εύκολο δρόμο που ακολουθούσαμε από τη δεκαετία του 1960. Δεν θα μπορούσε η χώρα αυτή να προτείνει κάτι πιο σύνθετο διότι δεν μπορεί. Όσο σκληρό κι αν ακουστεί αυτό, η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να απεμπλακεί από την αυτοκρατορική ιδεολογία του τσαρισμού, είτε αυτός ήταν του Μεγάλου Πέτρου, είτε του Μπρέζνιεφ, είτε του Πούτιν. Ίσως γι’ αυτό η χώρα αυτή στηρίζεται περισσότερο στα κανόνια της και λιγότερο στην εσωτερική ισχύ του θαυμάσιου μεν ρωσικού λαού ο οποίος δυστυχώς ακόμα ταλανίζεται από τεράστια δημοκρατικά ελλείμματα. Η όποια σχέση μας εν ολίγοις με τη Ρωσία και επιχειρώντας να φιλοσοφήσουμε την πολιτική, δεν μας κάνει καλύτερους. Σίγουρα κάνει πλουσιότερους κάποιους πολιτικούς, κάποιους τραπεζίτες, κάποιους λογιστές και κάποιους δικηγόρους. Θα τους αναγνωρίσετε καθημερινά μέσα από τις δηλώσεις τους στα κανάλια όταν δηλώνουν πόση σημασία έχει η σχέση της Κύπρου με τη Ρωσία βάζοντας στο τραπέζι ως πρώτο πιάτο το Κυπριακό. Πρακτικά τι επιδιώκει η Ρωσία; Ό,τι ήθελε από το 1960. Ως μίνιμουμ τη μη λύση του Κυπριακού για να συντηρεί την ελλαδοτουρκική κόντρα και ως μάξιμουμ τη χρήση της Κύπρου ως εναλλακτικής βάσης για τον στόλο της. Τι προσφέρει; Πολλά εκατομμύρια μέσα από το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος.


Η κατάντια μας

Η Κύπρος παρότι είχε τρεις εγγυήτριες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ, παρότι έγινε μέλος της ΕΕ ακολούθησε τον εύκολο δρόμο. Τον δρόμο του πολιτικού αμοραλισμού και της λογικής άρπα-κόλλα ενδεδυμένο με ένα μανδύα πατριωτισμού και εθνικισμού. Η κόντρα με τη Δύση, αφού παίξαμε με τους Aδεσμεύτους, τους πυραύλους Σαμ και τους S-300, οδήγησε στην πρώτη διχοτόμηση της Κύπρου το 1964, έφερε την τουρκική εισβολή του 1974 και επειδή δεν καταλάβαμε τίποτα μας προέκυψε και η πλήρης κατάρρευση του οικονομικού μας μοντέλου το 2013, αφού κολλήσαμε σαν βδέλλες, τραγικοί και μοιραίοι συμμέτοχοι στην κλοπή των δισ. του λιβανικού, του σερβικού και του ρωσικού λαού. Σήμερα έχουμε μια μικρή ευκαιρία να μαζέψουμε κάποια από τα κομμάτια του καθρέφτη μπας και μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε το πραγματικό μας ευρωπαϊκό πρόσωπο. Με τον Πρόεδρο όμως Αναστασιάδη, ο οποίος θα πάρει την τελική απόφαση, να προβληματίζεται: Θα ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο της ενσωμάτωσης της Κύπρου στον δυτικό κόσμο παίρνοντας τη σκυτάλη από το χέρι του Γλαύκου Κληρίδη που μας ενέταξε στην ΕΕ, και ναι και του Δημήτρη Χριστόφια που με όλα τα λάθη του ενέταξε την Κύπρο στον γεωπολιτικό σχεδιασμό της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο; Θα φερθεί εν ολίγοις ως πολιτικός-οραματιστής μιας ευρωπαϊκής πολυπολιτισμικής και ενωμένης Κύπρου ή μαζί με κάποιους κοπρίτες πολιτικάντηδες, τραπεζίτες, δικηγόρους και λογιστές θα συνεχίσει τον εύκολο δρόμο της ολοκληρωτικής έκπτωσης της πατρίδας μας, δειλός, μοιραίος κι άβουλος αντάμα να προσμένει ίσως κάποιο νέο θαύμα;

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Αναμνήσεις προεδρικών εκλογών


March 3, 2013 at 3:26am
Του Διονύση Διονυσίου

Σωτήριον έτος 1968. Κύπρος. Προεδρικές εκλογές. Μακάριος Vs Ευδόκας. Σε ηλικία 8 ετών αισθάνομαι ότι πήρα το πρώτο βάπτισμα πολιτικοποίησής μου στο κυπριακό πολιτικό κεκτημένο.Λίγες μέρες πριν την Κυριακή της 25ης Φεβρουαρίου, όντας μαθητής της τρίτης δημοτικού στο 9ο Δημοτικό σχολείο Καψάλου και έχοντας εν ώρα διαλείμματος ανά χείρας ένα παγωτό ξυλάκι τριαντάφυλλο και μια ταχινόπιττα που αγόρασα με τα τρία γρόσια που μου έδωσε το πρωί η μητέρα μου, ακούστηκε η φωνή του συμμαθητή μου Ρολάνδου Καυκαλιά: «Ζήτω ο Ευδόκας»! Ο Ρολάνδος ήταν εξαιρετικός στις μεσαίες αποστάσεις με ένα καταπληκτικό φυσικό διασκελισμό, τον πρόλαβαν όμως οι σπρίντερ του σχολείου και μετά όλοι εμείς, αλαλάζοντας: «Μακάριος, Μακάριος»! Αντιλαμβάνεστε η καρπαζιά έπεσε σύννεφο και βεβαίως άνευ λόγου. Ο Ρολάνδος ανήκε σε αριστερή οικογένεια που ψήφισε Μακάριο, αλλά προφανώς δεν το ήξερε. Απλώς ήθελε να κάνει την πλάκα του. Έριξα κι εγώ μερικές καρπαζιές χωρίς να ξέρω καν ποιος είναι ο Ευδόκας και γιατί δεν τον ήθελα.Από μικρός εξάλλου μεγάλωσα με τις σταθερές αξίες της οικογένειας καρφωμένες στον τοίχο του ηλιακού της μάνας μου. Αριστερά ένα πορσελάνινο πιάτο και στη μια άκρη η φωτογραφία του Μακαρίου. Στην άλλη άκρη το ίδιο πιάτο με τη φωτογραφία του Γρίβα. Στη μέση η οικογενειακή μας σταθερά. Η φωτογραφία του γάμου των γονιών μου, με τον πατέρα μου αγκαλιά με τη μάνα μου να την περνά ένα κεφάλι λόγω ενός σκαμνιού που τον έβαλαν να πατήσει. Ο άντρας έπρεπε στη φωτογραφία του γάμου να φαίνεται πιο ψηλός, άσχετο εάν η μάνα μου του έριχνε μισό κεφάλι.

Το 1968 ο πατέρας μου, ως ιεροδιάκονος στον καθεδρικό ναό της Παντάνασσας Καθολικής, ήταν υποστηρικτής του Μακαρίου. Η μάνα μου περισσότερο. Εγώ μάλλον ο πιο φανατικός. Θυμάμαι όταν ξεκίνησαν κι οι δύο από το σπίτι να πάνε να ψηφίσουν, τους έτρεχα από πίσω και φώναζα: «Μακάριος, Μακάριος», υπό το πλατύ χαμόγελο του πατέρα μου. Στην αρχή δεν πρόσεξα το σκυθρωπό ύφος του νονού μου, αλλά μετά το εμπέδωσα.

Ο πατέρας μου είχε τις δικές του αρχές. Κάθε Κυριακή στις έξι, με ένα ραντιστήρι ανά χείρας και με ψαλμούς για να προθερμάνει τη φωνή του, μας οδηγούσε στην εκκλησία. Στο ιερό της Καθολικής βίωσα τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια της Ορθοδοξίας, αλλά και τα κρυφά της μπόνους. Συνήθως μετά τη λειτουργία ακολουθούσαν οι βαφτίσεις και ως εκ των «πουμέσα», τρώγαμε και δωρεάν παστίτσια. Τις καθημερινές ο πατέρας μου επέβλεπε το διάβασμα. Κι αν δεν, έπεφτε αγία ράβδος. Τα καλοκαίρια όλοι εν χορώ μαζεύαμε χαρούπια, τρυγούσαμε αμπέλια και ελιές στο χωριό. Τότε απέκτησα και την ειδικότητα να καθοδηγώ τα γαϊδούρια στο καντάρι, να ζυγίζω και να επιστρέφω στο χωράφι κάνοντας τους γαϊδάρους να βλαστημήσουν την ώρα που με γνώρισαν. Προφανώς αυτά γνώριζαν ότι ήταν γαϊδούρια, σε αντίθεση με μένα και τον αδελφό μου τον Μιχάλη, που θεωρούσαμε ότι ιππεύαμε τους απογόνους του Βουκεφάλα.

Με τον τατά μου τον Δαμιανό είχα μια διαφορετική σχέση, πολύ πιο πολιτική. Με έμαθε να παίζω τάβλι, σπάστρα, και κάθε Κυριακή μαζί με τον ξάδελφό μου τον Δημήτρη μάς πήγαινε στο ΓΣΟ να δούμε μάππαν.

Σε ηλικία 2-3 θυμάμαι μας είπε με τον ξάδελφό μου τον Δημήτρη ότι είμαστε με την ΑΕΚ στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα είμαι Αεκτζής. Μας πήγαινε επίσης στο γήπεδο και ήμασταν με την ΑΕΛ. Κάπου εκεί στο 1968 φαίνεται να άλλαξαν τα πράγματα. Με το γνωστό σοβαρό του ύφος μας κάλεσε ένα πρωί Κυριακής για συζήτηση. Ανοίξαμε το τάβλι για το γνωστό ενδοοικογενειακό πρωτάθλημα, έριξε μια εξάρες για να μας ψαρώσει και με πατρικό ύφος διατύπωσε μια θέση νέας αρχής: «Πρέπει να αλλάξουμε ομάδα», είπε. «Μα γιατί, δεν γίνεται, θα μας περιπαίζουν στο σχολείο», διαμαρτυρηθήκαμε. Δεν άκουγε τίποτα. Η απάντησή του εξάλλου ήταν αφοπλιστική: «Είναι κουμουνιστές. Εμείς είμαστε δεξιοί». Από το 1968 και εξής ξέχασα τους ήρωες αδελφούς Παμπουλή και έγινα οπαδός του Απόλλωνα και του Κρυστάλλη. Τότε, μετά το πρώτο ιδεολογικό τεστ, περάσαμε στο δεύτερο. «Γιατί ρε τατά δεν θέλεις τον Μακάριο»; Η απάντησή του και πάλιν ισχυρή: «Διότι δεν θέλει την Ένωση μετά της μητρός Ελλάδος. Εμείς αγωνιστήκαμε για την Ένωση, αυτός πήρε δικούς του δρόμους». Ο νονός μου ήταν από τους ελάχιστους που ψήφισε τότε Ευδόκα απέναντι σε εκείνο το μνημειώδες 96,26% που πήρε ο Μακάριος στις προεδρικές εκλογές. Θυμάμαι η μητέρα μου μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος των εκλογών δάκρυσε και πανηγύριζε όπως κάνουν σήμερα οι δύσμοιροι κάτοικοι της Βορείου Κορέας.

Η δική μου πολιτική εξέλιξη όμως δεν σταμάτησε. Το 1972 σε ηλικία 12 ετών ήμουν Γριβικός και ταυτόχρονα αντιμακαριακός, αυτή τη φορά σε πλήρη συνεργασία και με τον πατέρα μου που είχε ταχθεί με τους τρεις μητροπολίτες που ήθελαν να τον καθαιρέσουν. Η μητέρα μου άντεξε μερικούς μήνες, αλλά τελικά κατέβασε το ένα πιάτο με τον Μακάριο. Φώναζα σε διαδηλώσεις «Ελλάς-Κύπρος- Ένωσις» και «Γεώργιος Γρίβας Διγενής». Ο Ρολάνδος σαφώς είχε βρει κι αυτός την ιδεολογική του ταυτότητα και στο Β΄ Γυμνάσιο Λεμεσού που φοιτούσαμε βροντοφώναζε «Μακάριος ο Τρίτος ο Αρχηγός». Είχε βρει επιτέλους νόημα η ζωή όλων μας. Κάποιοι φωνάζαμε υπέρ ενός «φανατικού στρατηγού», και κάποιοι υπέρ ενός «νάρκισσου παπά» που νόμιζε ότι μπορεί να κυβερνήσει τον Πλανήτη.

Έτσι μας βρήκε το πραξικόπημα και η εισβολή του 1974. Τι άλλαξε από τότε; Οι αλάνες που παίζαμε ποδόσφαιρο εξαφανίστηκαν. Τα κρησφύγετα που κάναμε παίζοντας με βέλη και τόξα έχοντας ως ίνδαλμα τον Ρόμπιν Χουντ και τους ακολούθους του στο Χαρουπόδασος του Βορείου Καψάλου, δίκην δάσους του Σέργουντ, έγιναν βορά των καμινιών. Τα παιδικά μας χρόνια γέμισαν προσφυγικούς συνοικισμούς. Κι ακόμα δεν βάλαμε μυαλό.

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Μπορούν να γίνουν ηγέτες οι πολιτικοί μας;






Πρόταση μέσω του twitter κατέθεσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΔΗΣΥ Νίκος Τορναρίτης προς το υπουργείο Παιδείας για ενημέρωση των μαθητών πάνω σε θέματα ομοσπονδίας. Η πρόταση ηχεί σωστά, αν αναλογισθούμε και το μομέντουμ που υπάρχει στο Κυπριακό. Οφείλουμε ως συντεταγμένη κοινωνία να επενδύσουμε στις νέες γενιές πολιτών που έρχονται. Όχι όμως αποσπασματικά. Κι αυτό γιατί μια κουλτούρα συμβίωσης και συνύπαρξης δεν μπορεί να καλλιεργηθεί μέσα από μια σειρά  μαθημάτων. Πρέπει αυτή να διαχέεται μέσα από ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα τολμώντας να αγγίξει ευαίσθητα θέματα όπως η διδασκαλία της Ιστορίας, της θρησκείας του πολιτισμού μας. Εδώ θα τολμούσα να πω ότι οι Τ/Κ εκπαιδευτικοί είναι λίγο πιο προχωρημένοι από τους Ε/Κ ομολόγους τους. Τα βιβλία τους είναι πιο προσεγμένα σε ό,τι αφορά τη δημιουργία κουλτούρας συμβίωσης και συνύπαρξης, αυτό δε αντανακλάται και στους μαθητές τους οι οποίοι είναι πιο μετριοπαθείς στις αντιλήψεις τους. Χρειάζεται όμως ακόμα κι αυτοί να κάνουν πολλά.

Αντίθετα τα δικά μας παιδιά μεγαλώνουν σε δύο μεγάλες κατηγορίες. Είτε είναι παντελώς αδιάφορα είτε εντελώς φανατικά. Τα έξυπνα παιδιά είναι συνήθως και τα αδιάφορα αφού στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής τους εμπειρίας αποδομούν γρήγορα το αξιακό σύστημα επί του οποίου εδράζεται η παρεχόμενη εκπαίδευση: εθνοκεντρισμός, άκρατος δασκαλοκεντρισμός, εμμονή στους τύπους και όχι στην ουσία, παροχή στεγνών γνώσεων χωρίς να εντρυφούν στα αίτια και τα αιτιατά της πραγματικής επιστήμης. Εν ολίγοις οι πραγματικές αξίες της ελληνικής κληρονομίας μας απουσιάζουν παντελώς από τα σχολεία μας. Τα παιδιά αυτά έχουν κρατήσει μόνο το χρηστικό κομμάτι της εκπαίδευσης το οποίο μέσω ενός απολυτηρίου θα τα οδηγήσει σε ένα καλό πανεπιστήμιο και στη συνέχεια σε κάποιους καλούς όρους εργοδότησης. Αυτό απαντά μεταξύ άλλων και στο ερώτημα πώς η Κύπρος με τόσα υψηλά ποσοστά πτυχιούχων έχει τόσο χαμηλό επίπεδο πολιτικής ζωής. Η απάντηση είναι απλή: Οι περισσότεροι πολιτικοί βγαίνουν κατά κανόνα από την ομάδα των μετρίων ή κακών μαθητών που γίνονται μέσω του εκπαιδευτικού μας συστήματος στενοκέφαλοι έως  φανατικοί. Ελάχιστοι έξυπνοι άνθρωποι ασχολούνται με την πολιτική διότι γι’ αυτούς η πολιτική στην Κύπρο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση των τραυματικών εμπειριών που αποκόμισαν από τη φοίτησή τους στο σχολείο. Ο αυταρχικός καθηγητής, ο ξερόλας, ο δυνάστης που αποφασίζει πώς θα ντύνεσαι, πώς θα κουρεύεσαι, πώς θα ξυρίζεσαι, αλλά δεν ενδιαφέρεται ποσώς πώς σκέφτεσαι και ονειρεύεσαι, είναι σήμερα αρχηγός κόμματος ή και Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Η κυπριακή κοινωνία εν ολίγοις γαλουχείται μέσα από ένα ανήμπορο σχολείο –το οποίο παραμένει πάντα το ίδιο όσα εκατομμύρια κι αν διατίθενται κατά καιρούς για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση– και βεβαίως ανήμπορη θα πορευτεί και στη συνέχεια της ενηλικίωσής της.

Αλλά ας μείνουμε ακόμα λίγο στην πρόταση Τορναρίτη. Ποιος θα ενημερώσει τους μαθητές για θέματα ομοσπονδίας; Θαρρώ η ενημέρωση πάνω σε αυτό το θέμα θα πρέπει να ξεκινήσει μέσα από σεμινάρια προς τους καθηγητές. Το πρόβλημα απ’ εκεί ξεκινά εξάλλου. Αν οι καθηγητές δεν γνωρίζουν καλά ένα αντικείμενο, ποιος θα το μεταφέρει στα παιδιά; Αλλά και πάλιν για να κατανοήσει ο οποιοσδήποτε μαθητής ή πολίτης πώς φτάσαμε να συζητούμε ομοσπονδία στην Κύπρο θα πρέπει να έχει μια αντικειμενική θεώρηση της Ιστορίας του τόπου. Η τρέχουσα θεώρηση είναι ότι οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο το 1974, πήραν τη μισή και εμείς οι Ε/Κ πρέπει τώρα να κάνουμε οδυνηρές υποχωρήσεις. Αν με αυτή την εικόνα μεγαλώνουν όλοι οι Ε/Κ, πώς θα μπορούσαν να αποδεχτούν την ομοσπονδία; Αν η ηγεσία αυτής της χώρας το ΜΟΝΟ που κάνει είναι να εγκαινιάζει μνημεία της ΕΟΚΑ και να τιμά τους ήρωες της τουρκικής εισβολής, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής για το πώς φτάσαμε στο 1974, τι πετυχαίνει; Απλώς επιβεβαιώνει στο επίπεδο του συμβολισμού την αδικία εις βάρος των Ε/Κ. Για να είμαστε δίκαιοι, εν πολλοίς αυτό κάνουν και οι Τούρκοι αφού όλοι βολεύονται με την ευκολία της αντιπαλότητας.

Πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτόν τον φαύλο κύκλο; Όλοι θέλουν να αλλάξει το κλίμα στην Κύπρο και να φτάσουμε σε λύση αλλά οι μέτριες ηγεσίες των Κυπρίων δεν τολμούν να αναλάβουν τον παιδευτικό ρόλο που τους αναλογεί. Σήμερα δεν έχουμε χρόνο να αλλάξουμε το εκπαιδευτικό μας σύστημα για να δημιουργήσουμε σωστούς πολίτες σε τριάντα χρόνια. Αυτόν τον ρόλο θα πρέπει να τον αναλάβουν και στις δύο κοινότητες οι πολιτικοί ηγέτες εάν μπορούν. Προς αυτή την κατεύθυνση χρειαζόμαστε κινήσεις που θα αγγίξουν το πολιτικό DNA των Ε/Κ και των Τ/Κ. Ιδέες υπάρχουν πολλές. Θα μπορούσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να μεταβεί μαζί με τον Έρογλου στο μνημόσυνο των Μισιαούλη και Καβάζογλου; Θα μπορούσαν οι κύριοι Αναστασιάδης και Έρογλου από κοινού να καλέσουν Ε/Κ και Τ/Κ συγγενείς αγνοουμένων για να μιλήσουν και να κλάψουν μαζί τους; Ίσως μάθουν κάτι από αυτούς. Θα μπορούσαν οι κύριοι Αναστασιάδης και Έρογλου με τα επιτελεία τους να οργανώσουν επισκέψεις σε ε/κ και τ/κ κοιμητήρια και εκκλησιές και τζαμιά σε συμβολικές κινήσεις καθαρισμού και αναστήλωσής τους; Θα μπορούσαν οι δύο ηγέτες να απευθυνθούν μαζί σε ακροατήρια Ε/Κ και Τ/Κ όχι για να αναφερθούν στις λεπτομέρειες της λύσης αλλά για να αναλύσουν το κοινό όραμα επανένωσης της χώρας;

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

Όταν κλαίνε οι κροκόδειλοι



Μου περιέγραφε ένας καθηγητής την εικόνα εκείνου του ψηλόλιγνου μαθητή να στέκεται λίγα μέτρα από την καντίνα του σχολείου του κατά τη διάρκεια του μεγάλου διαλείμματος να κοιτά με βλέμμα σχεδόν απλανές. Δεν είχε λεφτά να αγοράσει τίποτα και ήταν αρκετά εγωιστής να ζητήσει από τη διεύθυνση του σχολείου του να τον εγγράψει στους καταλόγους των απόρων για να παίρνει έστω εκείνο το σάντουιτς που δίνεται δωρεάν.

Δάκρυσε ο καθηγητής όταν μου το έλεγε διότι ως υπεύθυνος του τμήματος του νεαρού ήταν σε θέση να γνωρίζει περισσότερα. Παιδί χωρισμένης οικογένειας... και οι δυο γονείς του εδώ και αρκετούς μήνες στην ανεργία… τον κατέβασαν κανένα δυο φορές από το λεωφορείο διότι δεν είχε εισιτήριο… ζει με τη γιαγιά των 400 ευρώ τον μήνα σύνταξη.

Υπάρχουν χιλιάδες ψηλόλιγνα παιδιά σαν αυτόν στην Κύπρο τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά δεν είδα, πέρα από κάποιους καθηγητές και κάποιους απελπισμένους γονείς, να δακρύζουν. Ούτε ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ούτε οι εκατοντάδες πολιτικοί αυτής της χώρας έχουν δάκρυα γι’ αυτά τα παιδιά. Τα δάκρυα τους χαραμίζονται μάλλον για να πεισθούν οι μερικές ακόμα χιλιάδες ηλιθίων που έχουν απομείνει σε αυτή τη χώρα να πιστεύουν ότι οι πολιτικοί νοιάζονται γι’ αυτούς και ότι το πολιτικό σύστημα εργάζεται υπέρ των συμφερόντων του λαού.

• Ο Νίκος Αναστασιάδης δάκρυσε προχθές και έπνιξε μπροστά στις κάμερες ένα λυγμό για την τεράστια απώλεια από την κυβέρνηση του Κυριάκου Κενεβέζου, του Φώτη Φωτίου και του Πέτρου Πετρίδη. Αναλώνεται μάλιστα από την Παρασκευή να τους διασφαλίσει τα προς το ζην. Ο κ. Κενεβέζος θα διορισθεί, λέει, πρέσβης στην Αθήνα, ο κ. Φωτίου θα πάρει κάποια θέση στο Προεδρικό, ενώ κάτι θα βρεθεί και για τον κ. Πετρίδη. Πώς αλλιώς! Αυτοί οι άνθρωποι πάλεψαν για να τον εκλέξουν στην προεδρία της Δημοκρατίας!
• Ο Δημήτρης Χριστόφιας έχυνε δάκρυ μετά λυγμών κάθε φορά που αναφερόταν στους συγγενείς του στο πρόγραμμα της Ελίτας, κάθε φορά που εμφανιζόταν ένας φίλος από τα παλιά και του έλεγε πόσο τεράστιος ήταν, κάθε φορά που του θύμιζαν τα πρώτα του βήματα στο ΑΚΕΛ και την εμπλοκή του στους εργατικούς αγώνες. Το κλάμα του ήταν θαρρώ προϊόν ενός ναρκισσιστικού παραληρήματος απότοκο ενός χρόνιου αυτοθαυμασμού. Όταν μας προέκυψε η κρίση στο Μαρί, όταν 13 άτομα έχασαν τις ζωές τους, δεν είχε φυσιολογικά ούτε ένα δάκρυ γι’ αυτούς. Στέρεψε! Ούτε μια υποψία συγγνώμης δεν μπορούσε να αρθρώσει.
• Ο Τάσσος Παπαδόπουλος δάκρυσε κατά τη διάρκεια του διαγγέλματός του προ του δημοψηφίσματος, ενώ συνειδητά ψευδόταν ενώπιον του κυπριακού λαού ότι δήθεν προασπιζόταν την Κυπριακή Δημοκρατία. Στην πραγματικότητα -κι όπως φάνηκε σήμερα- αυτό που προασπιζόταν ήταν ένα διεφθαρμένο κατεστημένο το οποίο φοβόταν ότι με τη λύση του Κυπριακού θα έχανε τα υπερπρονόμιά του και το δικαίωμα για αποκλειστική εκμετάλλευση της χώρας.

Τα δάκρυα

Δεν έχω πρόβλημα με κανένα πολιτικό που θέλει να κλάψει, αν τα δάκρυά του καταδεικνύουν ευαισθησίες και την ανθρώπινή του διάσταση, τουλάχιστον όπως την αντιλαμβάνεται ο μέσος άνθρωπος. Σε μια Κύπρο όμως με 70.000 ανέργους, με νέους χωρίς μέλλον και πολύ περισσότερο ένα πιάτο φαΐ, μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να κλαίει για τον Κενεβέζο και τον Φώτη γιατί έφυγαν από την κυβέρνηση; Τι στο διάολο επιλεκτική και διεστραμμένη συγκίνηση είναι αυτή; Τι επαφή τέλος πάντων έχουν οι πολιτικοί αυτής της χώρας με την καθημερινή οικτρή και βάναυση πραγματικότητα που έχει οδηγήσει έναν ολόκληρο λαό στην εξαθλίωση;





Ο αρχαίος φιλόσοφος και ποιητής του 6ου π. Χ. αιώνα και δάσκαλος του Πυθαγόρα, ο Φερεκύδης από τη Σύρο, έγραψε κάποτε το επίγραμμα: «Εάν η γη ήθελε να συλλάβει εκ των δακρύων της γυναικός, εκάστη ρανίς των θα εγέννα κροκόδειλον». Από αυτή τη ρατσιστική για τη γυναίκα ρήση προέκυψε στα ελληνικά η φράση «κροκοδείλια δάκρυα». Οι κροκόδειλοι και οι πολιτικοί έχουν κάποια κοινά. Όταν θέλουν να ξεγελάσουν τη λεία τους κρύβονται και βγάζουν παράξενους ήχους, όμοιους με κλάμα παιδιού. Πάνω στην προσπάθεια αυτή τρέχουν από τα μάτια τους άφθονα και χοντρά δάκρυα. Ο κροκόδειλος βέβαια κάνει ό,τι κάνει γιατί τέτοια είναι η φύση του και δεν τον κατηγορούμε για αυτό.

Οι κροκόδειλοι επιπλέον απαντώνται μόνον σε τροπικά κλίματα, σε αντίθεση με τους πολιτικούς κροκόδειλους που ζουν παντού. Στην Κύπρο την τελευταία δεκαπενταετία βρήκαν ασφαλή υγροβιότοπο στον λόφο του Προεδρικού μεγάρου και γύρω από το πάρκο που περιβάλλει τη Βουλή. Προσοχή, είναι επικίνδυνοι!

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Η Κύπρος ανήκει στους Κυπρίους


Αν στην Κύπρο «έχουμε ένα δεύτερο ελληνικό κράτος», όπως άκουγα από έναν προσκεκλημένο στο Μέγα προχθές, τότε ουδείς εμποδίζει και τους Τουρκοκυπρίους να κάνουν λόγο για «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου». Η Κυπριακή Δημοκρατία, με βάση τις ιδρυτικές συνθήκες του 1960, κατοικείται από ένα λαό ο οποίος δεν είναι εθνικά ομοιογενής: Αποτελείται από  Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Μαρωνίτες, Λατίνους. Σήμερα λόγω Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και όλους τους Ευρωπαίους μόνιμους κατοίκους που έχουν δικαίωμα ψήφου στη χώρα μας αλλά και τους Ρώσους, ακόμα και τους Κινέζους που παίρνουν συλλήβδην διαβατήρια για να δραστηριοποιηθούν οικονομικά στην Κύπρο.


Βεβαίως αν ρωτήσεις έναν απλό Ε/Κ  πολίτη, πολύ  περισσότερο ένα νεαρό μαθητή, ακόμα και της τρίτης Λυκείου, τι είναι η Κύπρος, δεν πρόκειται να σκεφθεί αν η Κύπρος είναι νησί ή είναι μέρος της Ευρώπης ή ακόμα ότι ανήκει στην Ανατολική Μεσόγειο. Θα σου απαντήσει στερεότυπα: «Η Κύπρος είναι ελληνική». Το ίδιο και ένας Τ/Κ: «Η Κύπρος είναι τουρκική».


Πρόκειται για την ίδια πεισματική απάντηση που έδινα κι εγώ ως μαθητής και θιασώτης της Ένωσης της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα, κραυγάζοντας το σύνθημα «Ένας είναι ο σκοπός, ο ωραίος Παρθενών» αρχές της δεκαετίας του 1970 σε ηλικία 10-12 ετών! Στην αντίπερα όχθη του ποταμού Γαρύλλη στην τ/κ συνοικία της Λεμεσού ο Μεχμέτ κραύγαζε υπέρ της διχοτόμησης. Όταν το 1997 τον γνώρισα στο Μπέλφαστ, διαπίστωσα ότι δεν είχα μαζί του να μοιράσω τίποτε. Όταν μου είπε «Εγιώ είμαι Λεμεσσσιανός» τον αγκάλιασα και τον φίλησα.


Θα μπορούσε κάποιος να δικαιολογήσει αυτή τη στάση τότε. Οι Τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν την Κυπριακή Δημοκρατία το 1964 κι έτσι επικράτησε ένθεν και ένθεν ένας άκρατος εθνικισμός, με τις δύο κοινότητες να ζουν χωριστά και να βομβαρδίζονται από μια ακατάσχετη εθνικιστική προπαγάνδα.

Ποιο ήταν το οξύμωρο κυρίως για την ε/κ πλευρά; Οικοδομούσαμε ψυχή τε και σώματι από το 1964 τη λογική ενός δεύτερου ελληνικού κράτους (δεν έλειπαν και αρκετοί που επανέφεραν το αίτημα της Ένωσης) ενώ την ίδια στιγμή αντλούσαμε τη νομιμότητά μας ως κράτος μέλος του ΟΗΕ από τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου στο οποίο συμμέτοχοι ήταν και οι Τουρκοκύπριοι.

Ο ίδιος παραλογισμός συνεχίστηκε και μετά το 1974 παρά την προδοσία της χούντας, ο ίδιος παραλογισμός καλλιεργείται -ευτυχώς από λιγότερους- και σήμερα.

Οι Τουρκοκύπριοι
Αν μπούμε στα παπούτσια των Τουρκοκυπρίων, θα κατανοήσουμε γιατί σε όλους αυτούς τους γύρους των διαπραγματεύσεων διεκδικούν με επίμονο τρόπο την πολιτική τους ισότητα. Προσωπικά δεν νομίζω ότι αυτό που
Ποια Κυπριακή Δημοκρατία; Αυτήν που ιδρύσαμε με τους Τουρκοκυπρίους και από την οποία αντλούμε τη νομιμότητά μας στα Ηνωμένα Έθνη; Την Ελληνο-Κυπριακή Δημοκρατία του 1964 η οποία μετά τη φυγή των Τουρκοκυπρίων γέννησε τη νέα φάση του Κυπριακού και την οποία χάσαμε οριστικά το 1974;
 διεκδικούν είναι τόσο την ξεχωριστή κυριαρχία για να φύγουν, αλλά την αμετάκλητη δέσμευση, κατοχυρωμένη μέσα από διεθνείς  συνθήκες, ότι δεν θα ξαναζήσουν σε θύλακες χωρίς ρεύμα, νερό και δρόμους. Πριν το 1974 το αίτημα για ισότητα μεταφραζόταν σε αποτελεσματική συμμετοχή στη διακυβέρνηση του τόπου. Ο Μακάριος αρνήθηκε να τους την δώσει ακόμα και την υστάτη όταν το 1973 ο Γλαύκος Κληρίδης του την πρόσφερε στο πιάτο. Τότε μπορούσαμε να σώσουμε το ενιαίο κράτος και να γλυτώσουμε τον ξεριζωμό και την προσφυγιά. Ο Αρχιεπίσκοπος ως συνήθως ήθελε πάντα το κάτι παραπάνω πιεζόμενους από τους ανεγκέφαλους Γριβικούς. Όπως και το 1956. Όταν οι Βρετανοί του πρότειναν αυτοκυβέρνηση και σε δέκα χρόνια ανεξαρτησία χωρίς να έχουν λόγο οι Τουρκοκύπριοι, ζήτησε από την ΕΟΚΑ να ανατινάξουν όλες τις βρετανικές εγκαταστάσεις. Έτσι μοιραία φτάσαμε στο 1974. Όπου ο Αρχιεπίσκοπος αναγκάστηκε να δεχθεί ντε φάκτο διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, με τους Τ/Κ να βολεύονται στα σπίτια των Ε/Κ προσφύγων και ξεδιάντροπα να επιχειρούν όλα αυτά τα χρόνια να πείσουν ότι τους ανήκουν.
Οι πραγματικότητες
Εδώ και 50 χρόνια αρνούμαστε να δούμε κατάματα κάποιες θλιβερές πραγματικότητες στη χώρα μας επιτρέποντας στα πράγματα να επιδεινώνονται. Οι Ε/Κ είδαν τον εθνικισμό τους να ξεφουσκώνει και το μοντέλο οικονομικής τους ανάπτυξης να διαλύεται. Οι Τ/Κ κατάλαβαν ότι το ψευδοκράτος δεν οδηγεί πουθενά και στην καλύτερη περίπτωση αυτό που θα μπορούσαν να γίνουν είναι μέρος της υποβαθμισμένης επαρχίας του Ντιγιαρμπακίρ. Κάποιοι μαθητές του Αρχιεπισκόπου εξακολουθούν να ζητούν κάτι παραπάνω, χωρίς βέβαια να μπορούν να το ορίσουν. Το ίδιο και οι μαθητές του Ντενκτάς στον βορρά. Απλώς ξέρουν να λένε «όχι» και να ρίχνουν μια βαρύγδουπη δήλωση ότι θέλουν να διασώσουν την Κυπριακή Δημοκρατία οι μεν και την «ΤΔΒΚ» οι δε.

Η σύγχυση
Ποια Κυπριακή Δημοκρατία; Αυτήν που ιδρύσαμε με τους Τουρκοκυπρίους και από την οποία αντλούμε τη νομιμότητά μας στα Ηνωμένα Έθνη; Την Ελληνο-Κυπριακή Δημοκρατία του 1964 η οποία μετά τη φυγή των Τουρκοκυπρίων γέννησε τη νέα φάση του Κυπριακού και την οποία χάσαμε οριστικά το 1974; Ποιαν «ΤΔΒΚ»; Αυτήν που δεν αναγνωρίζει κανείς πλην της Τουρκίας;
Εν ολίγοις η λύση του Κυπριακού δεν βρίσκεται σε εκείνο το δύσμοιρο κοινό ανακοινωθέν αλλά στα μυαλά Ε/Κ και Τ/Κ. Όλοι οι νόμιμοι κάτοικοι της Κύπρου μπορούν να δώσουν νομιμότητα σε μια νέα προσπάθεια αρπάζοντας το νήμα από το κράτος που ίδρυσαν και πάλιν από κοινού το 1960. Η Κύπρος κατοικείται από Έλληνες, Τούρκους, Αρμενίους, Μαρωνίτες, Λατίνους. Όλοι μπορούμε να ζήσουμε σε αυτό τον τόπο σεβόμενοι το Σύνταγμα και τους νόμους. Μπορεί ο καθένας να μιλά τη γλώσσα του, να λατρεύει τον θεό του και να έχει τα δικά του ήθη και έθιμα. Αυτά δεν πρέπει να μας διαχωρίζουν πλέον αλλά να εμπλουτίζουν την κοινή πολιτική κυπριακή μας κουλτούρα. Υπό αυτή την έννοια η Κύπρος θα ανήκει στους Κυπρίους.  

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Ενσυναίσθηση και οι πολιτικοί αυτής της χώρας



Σε αυτή τη χώρα κατανοούμε ο ένας τα προβλήματα του άλλου; Ένας βουλευτής για παράδειγμα που κάθεται στη Βουλή και προβληματίζεται και κυρίως αποφασίζει περί της κατανομής των κονδυλίων, ή ένας υπουργός μπορεί να «ακούσει το βραχνά των άλλων» όπως θα έλεγε και ο Γιώργος Σεφέρης; Ή μήπως πάντα κατά τον ποιητή, ο «καθένας χωριστά ονειρεύεται»; Με λίγα λόγια υπάρχει σε αυτό τον τόπο στοιχειώδης ενσυναίσθηση;
Τον όρο αυτό εισήγαγε το 1906, με τη δημοσίευση της μονογραφίας του, ο Γερμανός φιλόσοφος και ψυχολόγος Theodor Lipps με τίτλο «Ενσυναίσθηση και αισθητική απόλαυση». Για τον Lipps η ενσυναίσθηση αποτελεί «την αναγκαία συνθήκη όχι μόνο κάθε αισθητικής εμπειρίας αλλά και της βαθύτερης ενότητας του υποκειμένου με τον κόσμο». Δηλαδή; Πρόκειται για τη μαγική ικανότητα που διαθέτει κάθε άνθρωπος να ταυτίζεται και να εισδύει απρόσκλητος στις «εσωτερικές» νοητικές καταστάσεις άλλων προσώπων. Τη δυνατότητα να «συναισθάνεται», να «αντιλαμβάνεται» βιωματικά τα αισθήματα ενός τρίτου προσώπου. Πονάς, πονώ μαζί σου. Υποφέρεις, υποφέρω μαζί σου. Όπως το θέτει και ο διάσημος ψυχολόγος Daniel Coleman, «η ενσυναίσθηση οικοδομείται πάνω στην αυτεπίγνωση. Όσο περισσότερο ανοιχτοί είμαστε στις ίδιες μας τις συγκινήσεις τόσο περισσότερο ικανοί θα είμαστε στο να αντιληφθούμε τα συναισθήματα των άλλων».

Δύο ταχύτητες
Ες γην εναλίαν Κύπρο υπάρχουν αυτή τη στιγμή δύο ταχύτητες ανθρώπων. Από τη μια η μεγάλη πλειονότητα αυτών που βιώνουν στο πετσί τους την οικονομική και κοινωνική κρίση, δηλαδή οι 100.000 άνεργοι, το μεγάλο ποσοστό των συνανθρώπων μας που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, τα πεινασμένα παιδιά στα σχολεία, τα εκατοντάδες παιδιά που κυκλοφορούν μες στο ψοφόκρυο των ημερών χωρίς σακάκι γιατί δεν έχουν και οι συνταξιούχοι των 300 ευρώ. Από την άλλη μια μικρή κακομαθημένη ελίτ πολιτικών και επιχειρηματιών που βύθισε ολόκληρη την κοινωνία στο άγος και την αναξιοπρέπεια.
Μια ελίτ χωρίς ευαισθησίες και κυρίως χωρίς ενσυναίσθηση. Τι συζητά και επί ποιων σοβαρών θεμάτων προβληματίζεται αυτή την περίοδο η κυπριακή ελίτ των ολίγων υπουργών, των ολίγων γενικών διευθυντών, των ολίγων μεγαλοχρεωστών, κάποιων δημάρχων και βεβαίως των εντίμων και μονίμως φωνασκούντων βουλευτών;
• Αντί να σταθούν δίπλα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος δίνει μοναχικά τη μάχη για τη λύση του Κυπριακού χάνονται μέσα σε λέξεις και σε ανιστόρητες αναλύσεις προσμετρώντας πολιτικά οφέλη. Η στάση τους εξηγείται εύκολα. Σκεφτείτε πχ κόμματα όπως το ΔΗΚΟ η ΕΔΕΚ η Συμμαχία Πολιτών, οι Οικολόγοι, αν μετά τη λύση του Κυπριακού έχουν λόγο ύπαρξης. Σήμερα υπάρχουν για να εξιχνιάζουν συνομωσίες των ξένων, να ζητούν την παύση του Ντάουνερ, να επισείουν τον τουρκικό κίνδυνο, να καλούν το λαό σε ένα συνεχή απροσδιόριστο αγώνα. Τι είδους αγώνας είναι αυτός όταν αποκλείεται ο πόλεμος με την Τουρκία και δεν αναλαμβάνεται καμιά πρωτοβουλία για λύση; Είναι ο αγώνας του τίποτα που διεξάγεται στο πλαίσιο μια τιποτένιας πολιτικής.
• Ασχολούνται με τα αυτοκίνητα των κρατικών αξιωματούχων. Σφάζονται ποιος θα κρατήσει τη λιμουζίνα, τον οδηγό, τους αστυνομικούς προστάτες και την ιδιαιτέρα γραμματέα των 2.000 ευρώ. Μιλούμε για άτομα-δικαιούχους των οποίων οι μισθοί ξεπερνούν την κλίμακα Α16, και τα οποία παρά τις όποιες μειώσεις μισθών δεν έχουν ενοχληθεί ποσώς από την οικονομική κρίση.
• Ασχολούνται με τις αγορές όπλων. 100 εκατομμύρια για φρεγάτες οι οποίες θα αντιπαραταχθούν στην τουρκική αρμάδα στην κυπριακή ΑΟΖ. 30 εκατομμύρια για να αναβαθμίσουμε για 300 ώρες πτήσης τις παλιατζούρες τις οποίες αγοράσαμε δίκην ελικοπτέρων από τη Ρωσία, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα δυσαρεστηθεί το Κρεμλίνο.
• Ασχολούνται με την καταστροφή πυρομαχικών και βλημάτων όλμων που αγοράσαμε στο παρελθόν και σάπισαν στις αποθήκες έναντι εκατοντάδων εκατομμυρίων, τα οποία βέβαια έναντι δεκάδων εκατομμυρίων πρέπει να αναπληρώσουμε, για να πάρουν και τα κόμματα τη μοιρασιά στις μίζες.
• Ασχολούνται με την επιχορήγηση των κομμάτων τα οποία πρέπει να συνεχίσουν να ασκούν τον πελατειακό τους ρόλο, αλλά και για τη διατήρηση των επιδομάτων τους τα οποία απέκοψαν για μερικούς μήνες, τα οποία όμως επανήλθαν διότι οι πολιτικοί έχουν υποχρέωση να γυρίζουν την Κύπρο και να καταθέτουν φακελάκια σε γάμους παιδιών διαφόρων παραγόντων που τους εξυπηρετούν διαχρονικά.
• Ασχολούνται νυχθημερόν πώς θα κρύψουν στοιχεία με βάση τα οποία εμφαίνεται η χυδαία τους διαπλοκή με μεγαλοκεφαλαιοκράτες της Κύπρου και του εξωτερικού οι οποίοι έκαναν παχυλές εισφορές στα κόμματά τους με αντίτιμο να τους αφήσουν τη χώρα μας ξέφραγο αμπέλι. Προχθές από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο ήταν στα εγκαίνια του Μολ στην Πάφο. Με ποιου τα χρήματα λειτούργησε αυτό το πολυκατάστημα όταν ο ιδιοκτήτης του χρωστά ήδη 350 εκατ στην Τράπεζα και κυρίως δεν πληρώνει;

Με λίγα λόγια η ελίτ αυτής της χώρας ζεί στην κοσμάρα της. Δεν φαίνεται να κατανοεί παρά την πρώτη άτακτη ριπή του εξουθενωμένου κατόχου του G3 προχθές έξω από τη Βουλή. Δεν κατανοεί ότι η ταχέως συντελούμενη εξαχρείωση της μεσαίας τάξης και των λούμπεν αυτής της χώρας δημιουργεί σε πρώτη φάση μια διαδικασία εξαχρείωσης της κοινωνίας στο σύνολό της. Μια εξαχρειωμένη κοινωνία οικονομικά, ιδεολογικά και ηθικά δεν μπορεί να έχει μέλλον. Ο Μαρτιν Λούθερ Κιγκ ήταν ξεκάθαρος: «Η θα μάθουμε να ζούμε μαζί σαν αδέλφια ή θα καταστραφούμε μαζί σαν ανόητοι».

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Χάσαμε τον Γιωργάκη. Stop



Καταπληκτικό παιδί. Τον έβλεπα συχνά τα καλοκαίρια στην παραλία να διασκεδάζει με τους φίλους του πίνοντας τις μπιρίτσες του και συζητώντας κυρίως ποδοσφαιρικά. Παρότι Λεμεσιανός, Ομονοιάτης βέρος. Αυτό δεν μπορούσα ποτέ να το καταλάβω. Χάθηκε μια ομάδα να υποστηρίξεις στη Λεμεσό, του έλεγα κι αυτός γελούσε. «Η Ομόνοια είναι παγκύπρια θρησκεία, κύριε Διονύση». Ψήφιζε ΑΚΕΛ όχι γιατί θεωρούσε τον εαυτό του αριστερό, αλλά γιατί διαισθανόταν μια ταξική συγγένεια με το κόμμα αυτό, χωρίς καν να μπορεί να την προσδιορίσει. Εργάζεται σε ναυτιλιακή εταιρεία. Στα 28 του χρόνια, κτυπούσε 2.000-2.500 χιλιάδες μηνιαίως. Παιδί με φιλότιμο, πάντα ευγενικός, έξω καρδιά, πρόθυμος πάντα να κεράσει τους φίλους του.



Αυτό το καλοκαίρι τον ξαναείδα στο ίδιο στέκι. Τα μπράτσα του ήταν κτυπημένα με σβάστικες. Φορούσε αμάνικες φανέλες με σταυρούς, δικέφαλους αετούς και βασιλικές σημαίες. Κάθισα στην παρέα των νεαρών με έναν κόμπο να μου σφίγγει το στομάχι.



«Τι έγινε, ρε Γιωργάκη;». «Δεν βλέπεις, κύριε Διονύση; Δουλεύουμε δυο-τρεις μέρες τη βδομάδα. Χάσαμε τον μισό μας μισθό. Δεν μπορούμε πλέον να κυκλοφορήσουμε σαν άνθρωποι. Τα λεφτά τα τρώνε οι μετανάστες και οι Τουρκοκύπριοι. Εμείς ζητιανεύουμε…».



Θυμήθηκα τον Έρικ Χόσμπαουμ και την ιστορία του «Σύντομου 20ού αιώνα». Οι απλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης σε περιόδους οικονομικής κρίσης ταλαιπωρούνται από ξενοφοβικά σύνδρομα. Η οικονομική κρίση εκτρέπεται σε κοινωνική, με την ανεργία να καλπάζει. Νομοτελειακά η κρίση γίνεται ιδεολογική.

Ο πρώην μετριοπαθής εργάτης που ανήκει στις παραδοσιακές συντεχνίες οργανώνεται τώρα και θέλει να διασφαλίσει τη δουλειά του έναντι άλλων εργατών, λιγότερο προνομιούχων από τον ίδιο, τους οποίους αντιμετωπίζει ως ανταγωνιστές. Ξεπερνιέται έτσι η πάλη των τάξεων του Μαρξ και πραγματώνεται ο σοσιαλισμός των φοβισμένων και των απληροφόρητων.





Ο Γιωργάκης είναι αυτήν τη στιγμή οργανωμένος στο ΕΛΑΜ. Στο ΕΛΑΜ, όπως μου είπε, έχει οργανωθεί και ο Κώστας. Αυτός είναι Αελίστας, όπως και ο Αντώνης, που είναι Απολλωνίστας και ο Θεόδωρος, που είναι Αποελίστας. Ο Κώστας μάλιστα σταμάτησε να δηλώνει οπαδός της ΑΕΛ, γιατί, λέει, διάβασε στον «Φιλελεύθερο» ένα ρεπορτάζ που έλεγε ότι το κίτρινο χρώμα που έχει η ΑΕΛ το πήρε από έναν Τουρκοκύπριο, προπολεμικά, που ήταν οπαδός της Φενέρ Μπαχτσέ.



Τόλμησα να ρωτήσω:

«Καλά, ρε παιδιά, εσείς που σκοτώνεστε στα γήπεδα, τώρα γίνατε όλοι μέλη του ΕΛΑΜ;».

Πήρα αποστομωτική απάντηση: «Αυτό που προέχει τώρα, κύριε Διονύση, είναι να σώσουμε τους Κυπραίους από τους ξένους. Θα πεινάσουμε όπως πάμε».



Σαφέστατα και κάποιοι στην ηγεσία του ΕΛΑΜ δεν είναι χαζοί. Απεναντίας, φαίνεται να είναι μετρ στην προπαγάνδα, όπως υπήρξαν εξάλλου όλα τα υπερεθνικιστικά και φασιστικά καθεστώτα. Προς το παρόν, ακολουθούν τα βήματα της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα. Πρόσφατα στη Λεμεσό μοίρασαν τρόφιμα, δώρα και ρουχισμό σε Ε/Κ και Ελλαδίτες στην πλατεία Ηρώων. Ζητούσαν ταυτότητες για να μοιράσουν τη βοήθεια. Οι ξένοι που προσήλθαν αποπάρθηκαν σκαιώς. Οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις τούς δείχνουν να μπαίνουν στη Βουλή και φιλοδοξούν σε ποσοστά όπως και η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα. Δραστηριοποιούνται κυρίως μεταξύ των νέων ανέργων, ξεκίνησαν καμπάνιες σε λύκεια και γυμνάσια, και τα μέλη τους πλέον ενθαρρυμένα μιλούν ανοικτά και δημόσια. Για να μην παρεξηγηθώ, σαφέστατα και η δημοκρατία μας αντέχει τον λόγο ενός ξενοφοβικού φασίστα. Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι σχεδόν δεν υπάρχει αντίλογος.



Πού ποντάρουν;



Στοιχηματίζουν σαφέστατα στην οικονομική κρίση και ποντάρουν στην έλλειψη γνώσης. Λανσάρουν μαύρες στολές, ελληνικές σημαίες, σπαρτιατικά σύμβολα, και σε μια πειθαρχία στρατιωτική, που εκ πρώτης όψεως εντυπωσιάζει κυρίως τους νέους. Η τακτική τους επιβάλλει να εστιάζουν σε εύκολους στόχους. Για παράδειγμα, δεν θα τους δούμε να περικυκλώνουν τράπεζες ή το υπουργείο Οικονομικών και να διαμαρτύρονται για τα δισεκατομμύρια που καλείται να πληρώσει σήμερα ο Κύπριος φορολογούμενος. Κυνηγούν τους ξένους εργάτες και τους Τ/Κ παρουσιάζοντάς τους ως το μεγαλύτερο πρόβλημα που έχει σήμερα η χώρα μας.



· Σήμερα στην Κύπρο υπάρχουν γύρω στις 400.000 φορολογούμενοι. Ας δεχτούμε ότι ξοδεύουμε για τους αιτητές πολιτικού ασύλου και τους Τ/Κ στα νοσοκομεία μας ένα ποσό 30 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Αυτό αναλογεί στον κάθε φορολογούμενο 75 ευρώ ετησίως. Την ίδια στιγμή, ο Κύπριος φορολογούμενος καλείται να υποστεί μειώσεις στον μισθό του λόγω οικονομικής κρίσης της τάξης των 500 ευρώ μηνιαίως. Υπάρχει μέτρο σύγκρισης; Κι αυτό το γράφω χωρίς να εννοώ ότι θέλω η Κύπρος να γίνει ξέφραγο αμπέλι για τους μετανάστες.

· Προτάσσουν τα ξενοφοβικά τους σύνδρομα εν ονόματι του ελληνισμού. Ξεχνούν ότι η ελληνική σκέψη πραγματώνεται και πέρα από τα ελληνικά σύνορα. Υιοθετούν τακτικές των ναζί τη στιγμή που γνωρίζουν ότι οι Έλληνες οδηγήθηκαν στα Άουσβιτς και τα Νταχάου από τους χιτλερικούς, ξεχνούν ότι στην περίοδο της Κατοχής εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πέθαναν από την πείνα και την εξαθλίωση. Μπορεί λοιπόν κάποιος που αυτοαποκαλείται Έλληνας να είναι νεοναζί; Μόνο ανιστόρητοι μπορούν να το κάνουν.



Ιστορική αναλογία



Τόσο ο Χίτλερ όσο και ο Μουσουλίνι, αργότερα και ο Μεταξάς, με τον ίδιο τρόπο ξεκίνησαν. Ως προστάτες του λαού και του έθνους. Κτυπούσαν μετανάστες, έκαιγαν περιουσίες ξένων, έριχναν στην πυρά βιβλία που τα θεωρούσαν επικίνδυνα. Μόλις αναρριχήθηκαν στην εξουσία, κατάργησαν τη δημοκρατία, στην οποία δεν πιστεύουν. Οι φασίστες πιστεύουν σε ένα κράτος-θεό που ελέγχεται από ένα κόμμα με οπαδούς μελανοχιτώνες, δεν θέλουν συντεχνίες ούτε πάλη των τάξεων, αλλά και την Εκκλησία, που σήμερα τους εκθειάζει, περιορισμένη στα θρησκευτικά της καθήκοντα. Πάνω απ’ όλα το κράτος-θεός και ο ηγέτης του, ο οποίος είναι ημίθεος.

Εν ολίγοις, πρέπει να ξυπνήσουμε και κυρίως να βγουν από το λήθαργο όλοι αυτοί οι λαϊκιστές πολιτικάντηδες της Κύπρου που διασύρουν και ευτελίζουν καθημερινά το δημοκρατικό πολίτευμα παπαρολογώντας για οτιδήποτε άλλο εκτός από την προαγωγή λύσεων στα πραγματικά προβλήματα των ανθρώπων. Διαφορετικά, θα μας ξυπνήσει ένα πρωί το παράγγελμα «εγέρθητι» ενός κοντόχοντρου και μισότρελου φασίστα, ο οποίος διά της λαϊκής ψήφου θα επιχειρήσει να διαφεντέψει τις ζωές μας. Προς το παρόν χάσαμε τον Γιωργάκη, κι αυτό με θλίβει.