Δεν υπάρχει Κύπριος που τις μέρες αυτές να μην αισθάνεται απόγνωση για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι προσωπικές και θεσμικές σχέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον γενικό εισαγγελέα. Μια γρήγορη περιδιάβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταγράφει απογοήτευση, θυμό, σχεδόν απελπισία. Πόσο δικαιολογημένα είναι αυτά τα συναισθήματα;
Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή: οι διορισμοί στα δημόσια αξιώματα επί κανενός Προέδρου δεν έγιναν αξιοκρατικά. Υπάρχει έντονο στοιχείο υποκειμενισμού και επιπλέον έχουν ως βασική αφετηρία όχι κατ' ανάγκη τον διορισμό των άριστων, αλλά των εύχρηστων.
Σε σχέση βέβαια με τη δεκαετία του 1960 θα πρέπει επίσης να κάνουμε ακόμα μία παραδοχή προόδου: έκτοτε έχουμε μεν διανύσει 55 χρόνια Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά σύμφωνα με πολλούς κοινωνιολόγους, για να ωριμάσει θεσμικά μια πολιτεία χρειάζεται ένας κύκλος εμπειριών πέριξ των 150 χρόνων. Από πού ξεκινήσαμε και πού βρισκόμαστε σήμερα;
Η δεύτερη «εισβολή»
Πολλοί ψηφοφόροι του «ΟΧΙ» του 2004 θα αμφισβητήσουν την πιο πάνω ανάλυση. Μετά την κατάρρευση της συστημικής φούσκας η οποία παρουσιαζόταν ως οικονομικό θαύμα και τον νόμο περί εκποιήσεων που πέρασε το Σάββατο ίσως αρχίσουν να κατανοούν τι λέω. Ίσως παραδεχθούν και τη σκληρή θέση ότι τελικά ψευδοκράτος δεν λειτουργεί μόνο στα κατεχόμενα από το 1983 αλλά υπάρχει και ένα άλλο ψευδοκράτος που λειτουργεί στον νότο από το 1964. Ίσως κατανοήσουν ότι τα μεγαλύτερα δεινά αυτού του τόπου προέκυψαν διότι ουδέποτε είχαμε ένα ισορροπημένο Σύνταγμα, και ως εκ τούτου: ουδέποτε είχαμε έναν Πρόεδρο συνθέτη απόψεων, αλλά έναν Λουδοβίκο που μας έλεγε «το Κράτος είμαι ΕΓΩ». Ουδέποτε είχαμε κόμματα που να λειτουργούν εκτός πελατειακής λογικής, ουδέποτε είχαμε ανεξάρτητους αξιωματούχους, ουδέποτε είχαμε σοβαρή δημόσια υπηρεσία, αλλά ούτε και δικαστική εξουσία, αν κρίνουμε από τις μάχες που χάθηκαν από τον απλό πολίτη μετά το σκάνδαλο του ΧΑΚ και εξής προς όφελος των μεγαλοκαρχαριών. Με βάση τα πιο πάνω, η κατάρρευση του πολιτικού και οικονομικού μας μοντέλου με τα μνημόνια και τα κουρέματα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια δεύτερη εισβολή. Το 1974, 150.000 Ε/Κ έχασαν τα σπίτια τους. Σήμερα, 400,.000 Ε/Κ ζουν στην ανεργία, κάτω από το όριο της φτώχειας, ή κινδυνεύουν να ξαναχάσουν τα σπίτια τους. Αυτήν τη φορά, όμως, όχι από την Τουρκία, αλλά από μιαν απύθμενα διεφθαρμένη ελίτ Ελλήνων Κυπρίων που μας διοικούσε, μας άρμεγε, και τη χειροκροτούσαμε από πάνω ως ηλίθιοι.
Τα πρώτα ρήγματα
Ίσως για αυτό, όταν άκουσα προ ημερών τον Κώστα Κληρίδη να λέει στον Πρόεδρο «ντροπή σου», μου ήρθε ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Το ξέσπασμα αυτό, αν και υπερβολικό, δεν μπορεί να απομονωθεί: θεσμικά ομιλούντες, το πρώτο ρήγμα επήλθε με την παραίτηση του γεν. εισαγγελέα Σόλωνα Νικήτα το 2005, όταν αηδίασε από τις διαπλοκές του Τάσσου, το δεύτερο το 2009 όταν προέκυψε η κόντρα του τότε διοικητή της Κεντρικής Αθανάσιου Ορφανίδη όταν ήρθε σε ανοικτή σύγκρουση με τον τότε Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. Ακολούθησε η κόντρα του επίσης διοικητή της Κεντρικής Πανίκου Δημητριάδη με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Τέλος, σήμερα βρίσκεται εν εξελίξει η κόντρα του Προέδρου με την επόμενη διοικήτρια της Κεντρικής, τη Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, ενώ υπάρχει ανοικτή κόντρα και με τον γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη.
Όλες αυτές οι αντιπαραθέσεις που δεν εξηγούνται μόνο μέσα από την επίδειξη παντοδυναμίας των εκάστοτε Προέδρων αλλά και τη διαδικασία αυτονόμησης των ανεξάρτητων θεσμών, οπότε πολλές φορές μπορεί να είναι και ανεξέλεγκτες, δεν νομίζω ότι πρέπει να μας φοβίζουν. Είναι μικρές ενδείξεις ότι έχουμε μια Δημοκρατία που ωριμάζει. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε να καταφύγουμε στις γνωστές τακτικές του παρελθόντος, όπως εισηγήθηκε ο πρώην γενικός εισαγγελέας Αλέκος Μαρκίδης. Δηλαδή, να κλειστούν σε ένα δωμάτιο ο Κώστας Κληρίδης και ο Ρίκκος και να τα βρουν. Δηλαδή, να πάρει το πόρισμα Καλλή ο Κώστας Κληρίδης να το χώσει στη μούρη τού Ρίκκου και να του πει «αν στο εξής δεν είσαι καλό παιδί, θα το αφήσω να διαρρεύσει». Ή ο Ρίκκος να του αντιτείνει ότι θα πάει στην αστυνομία να τον καταγγείλει αν συνεχίσει να τον ενοχλεί. Ο τρόπος που λειτουργούν και οι δύο, δηλαδή «όλα στη φόρα», πιθανόν να πλήξει βάναυσα και τους δύο σε προσωπικό επίπεδο. Μακροπρόθεσμα όμως ενδυναμώνει τους θεσμούς, που πρέπει να λειτουργούν πάνω από άτομα.
Κρίση και Δημοκρατία
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Princeton David Runciman στο βιβλίο του «The Confidence Trap: A History of Democracy in crisis from World 1 to the Present», οι Δημοκρατίες των ΗΠΑ και της Αγγλίας ιστορικά εξελίχθηκαν μέσα από τη διαφθορά που επέφερε η διασύνδεσή τους με το υπερβολικό χρήμα. Για αυτόν τον λόγο κινήθηκαν πάντα μέσα από επιτυχίες και αποτυχίες, αλλά οι πολίτες δεν πρέπει να απογοητεύονται από αυτό. Οι μεγάλες κρίσεις που ενσκήπτουν, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα, δεν αποκαλύπτουν πάντα μεγάλες αλήθειες. Ούτε οι Δημοκρατίες μαθαίνουν πολλά από τις κρίσεις, για αυτό και επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Εξάλλου μέρος της Δημοκρατίας είναι και το δικαίωμα να αγνοείς το παρελθόν σου. Για να καταλήξει: «Οι Δημοκρατίες, σε αντίθεση με τις απολυταρχίες, δεν είναι φαταλιστικές και άτεγκτες, αλλά επιβιώνουν μέσα από την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος. Οι Δημοκρατίες, με λίγα λόγια, μπορούν να εξελίσσονται και να διαφοροποιούνται μέσα από μικρές και ανεπαίσθητες, πολλές φορές, αλλαγές που συντελούνται στον τρόπο σκέψης των πολιτών τους.
Από την άλλη, ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Yale Stein Ringen στο βιβλίο του «Nation of Devils: Democratic Leadership and the Problem of Obedience» επισημαίνει ότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς «η κυβέρνηση πρέπει να κυβερνά και οι πολίτες να ακολουθούν». Υπό οποιουσδήποτε όρους; Βεβαίως όχι! «Αυτό που πρέπει να μας προβληματίζει περισσότερο», τονίζει, «είναι αν έχουμε καλή ή κακή κυβέρνηση, και ποια η δυνατότητα των θεσμών αλλά και των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία».
Στην Κύπρο δυστυχώς βρισκόμαστε μακριά από τη δημιουργία μιας τέτοιας πολιτικής κουλτούρας. Εξακολουθώ όμως να δηλώνω αισιόδοξος, παρότι τόσο ο Δημήτρης Χριστόφιας όσο και ο Νίκος Αναστασιάδης μπορούν να αισθάνονται δυστυχείς διότι στην ιστορία της κυπριακής προεδρίας υπήρξαν οι πλέον «αδύναμοι θεσμικά» Πρόεδροι. Αυτό δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουν ως προσωπική πολιτική τους αποτυχία, αλλά ως μια επιτυχία της ίδιας της κοινωνίας, η οποία σταδιακά αποκτά δημοκρατικά και συνάμα πατριωτικά αντανακλαστικά. Όπως κάποτε είπε ο Αμερικανός συγγραφέας Έντουαρντ Άμπι, «ένας πατριώτης πρέπει να είναι πάντα έτοιμος να υπερασπίσει τη χώρα του ενάντια στην κυβέρνησή του». Αυτή η στάση ενισχύει τη Δημοκρατία και απελευθερώνει από τους ώμους των πολιτικών ένα βάρος που ούτως ή άλλως δεν μπορούν να σηκώσουν μόνοι τους.
|
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυπριακή Δημοκρατία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 24 Απριλίου 2015
Ποιος αμφισβητεί τη Δημοκρατία;
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015
Η λύση και το βιογραφικό του Αναστασιάδη
Ποιες βλέψεις και συμφέροντα διαμορφώνονται από τις χώρες που βρέχονται στην Ανατολική Μεσόγειο και πώς θα μπορούσε να κινηθεί η Κύπρος σε ένα υπό συνεχή διαμόρφωση σκηνικό λόγω της γεωστρατηγικής ρευστότητας που υπάρχει;
Για να μπορέσει μια χώρα να χαράξει την τακτική της σε μια ευμετάβλητη περιοχή προϋποθέτει να έχει, όσο μικρή κι αν είναι, τη δική της στρατηγική την οποία υποχρεωτικά θα επιχειρήσει να συνθέσει, ιδιαίτερα αν δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ, με τη στρατηγική των υπολοίπων ενδιαφερομένων χωρών.
Τι θέλουμε;
Παρά τις οποιεσδήποτε αποχρώσεις υπάρχουν, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε ότι για τη χώρα μας οι προτεραιότητες είναι οι πιο κάτω:
Επιδιώκουμε επανένωση της Κύπρου, με την πλειοψηφία των πολιτών
να προκρίνει λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας η οποία θα
στηρίζεται σε ό,τι αφορά τα δύο συνιστώντα κρατίδια, στις αρχές
λειτουργίας της ΕΕ.
Θέλουμε όλοι να ανορθώσουμε την οικονομία της χώρας φεύγοντας από τα μνημόνια μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων και βεβαίως μέσω της ανάπτυξης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που βρέθηκαν ή ίσως βρεθούν στο μέλλον, προς όφελος όλων των Κυπρίων σε συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες.
Θέλουμε η ενωμένη χώρα μας να γίνει και να δρα ως ένα σοβαρό κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης λειτουργώντας γεωπολιτικά ως το νοτιότερο άκρο της ΕΕ, ως μια νησίδα δημοκρατίας, ευνομίας, πολιτισμού και ασφάλειας για ολόκληρη την ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Στόχοι και πολιτικήΘέλουμε όλοι να ανορθώσουμε την οικονομία της χώρας φεύγοντας από τα μνημόνια μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων και βεβαίως μέσω της ανάπτυξης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που βρέθηκαν ή ίσως βρεθούν στο μέλλον, προς όφελος όλων των Κυπρίων σε συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες.
Θέλουμε η ενωμένη χώρα μας να γίνει και να δρα ως ένα σοβαρό κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης λειτουργώντας γεωπολιτικά ως το νοτιότερο άκρο της ΕΕ, ως μια νησίδα δημοκρατίας, ευνομίας, πολιτισμού και ασφάλειας για ολόκληρη την ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
Αν αυτοί είναι οι στόχοι μας, πώς τους υλοποιούμε; Υπάρχουν δύο σενάρια και δύο τρόποι σκέψης. Ο πρώτος -κατά τον γράφοντα ρεαλιστικός, κατ’ άλλους υποχωρητικός- εδράζεται στα πιο κάτω:
Για να επανενώσουμε τη χώρα μας, μέσω των καλών υπηρεσιών των
Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει να συνεργαστούμε με την Τουρκία και τους Τ/Κ
στη λογική μιας σύνθεσης. Αδικήσαμε από το 1963-1974 και αδικηθήκαμε
βάναυσα από την εισβολή, αλλά είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε Ε/Κ και
Τ/Κ μαζί στην Κύπρο. Την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η
Τουρκία, ως μια χώρα με μέγεθος, πληθυσμό και περιφερειακές αξιώσεις,
διεκδικεί τη δική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε αυτό αφορά την
ασφάλεια της περιοχής είτε τη χάραξη ενεργειακής πολιτικής. Οι κινήσεις
του Barbaros και η navtex στέλνουν αυτό το μήνυμα όχι μόνο σε μας, αλλά
και στα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.
Για να ανορθώσουμε την οικονομία μας, εκτός από χρηματοπιστωτική σταθερότητα και επενδύσεις χρειαζόμαστε και ασφάλεια, την οποία χωρίς επανένωση δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης. Η επανένωση διευρύνει την εσωτερική αγορά της Κύπρου, ανοίγει για την Κύπρο μια νέα τεράστια αγορά όπως είναι η Τουρκία, διευκολύνει τη χώρα μας να αναδειχθεί, τηρουμένων των αναλογιών, σε τουριστικό, αεροπορικό, ναυτιλιακό, διαμετακομιστικό κέντρο και εν γένει κέντρο υπηρεσιών. Μας προσφέρει τέλος εναλλακτικές επιλογές για πώληση φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ και αργότερα με τον Λίβανο σε μια ώριμη αγορά όπως είναι η τουρκική.
Για να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε ως σοβαρό κράτος εντός της ΕΕ και πάλιν χρειαζόμαστε την επανένωση της χώρας για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί θα απαλλαγούμε από ένα κολοβό σύνταγμα το οποίο μετά το 1964 έχει δημιουργήσει χιλιάδες πολιτικές και θεσμικές αγκυλώσεις. Δεύτερον, θα καταστούμε ένα φυσιολογικό κράτος εντός της ΕΕ. Σήμερα λειτουργούμε μονοθεματικά προωθώντας τις θέσεις μας στο Κυπριακό, μπλοκάροντας τις ενταξιακές της Τουρκίας, υπερασπιζόμενοι εν ολίγοις μια υπόθεση η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική μας κατάρρευση, προκαλεί εκνευρισμό εκ μέρους των υπολοίπων Ευρωπαίων, οι οποίοι πολλές φορές δεν μας αντιμετωπίζουν ως εταίρους, αλλά ως πρόβλημα.
Το δεύτερο σενάριοΓια να ανορθώσουμε την οικονομία μας, εκτός από χρηματοπιστωτική σταθερότητα και επενδύσεις χρειαζόμαστε και ασφάλεια, την οποία χωρίς επανένωση δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης. Η επανένωση διευρύνει την εσωτερική αγορά της Κύπρου, ανοίγει για την Κύπρο μια νέα τεράστια αγορά όπως είναι η Τουρκία, διευκολύνει τη χώρα μας να αναδειχθεί, τηρουμένων των αναλογιών, σε τουριστικό, αεροπορικό, ναυτιλιακό, διαμετακομιστικό κέντρο και εν γένει κέντρο υπηρεσιών. Μας προσφέρει τέλος εναλλακτικές επιλογές για πώληση φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ και αργότερα με τον Λίβανο σε μια ώριμη αγορά όπως είναι η τουρκική.
Για να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε ως σοβαρό κράτος εντός της ΕΕ και πάλιν χρειαζόμαστε την επανένωση της χώρας για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί θα απαλλαγούμε από ένα κολοβό σύνταγμα το οποίο μετά το 1964 έχει δημιουργήσει χιλιάδες πολιτικές και θεσμικές αγκυλώσεις. Δεύτερον, θα καταστούμε ένα φυσιολογικό κράτος εντός της ΕΕ. Σήμερα λειτουργούμε μονοθεματικά προωθώντας τις θέσεις μας στο Κυπριακό, μπλοκάροντας τις ενταξιακές της Τουρκίας, υπερασπιζόμενοι εν ολίγοις μια υπόθεση η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική μας κατάρρευση, προκαλεί εκνευρισμό εκ μέρους των υπολοίπων Ευρωπαίων, οι οποίοι πολλές φορές δεν μας αντιμετωπίζουν ως εταίρους, αλλά ως πρόβλημα.
Υπάρχει βέβαια και ένας διαφορετικός τρόπος να υπηρετήσει κανείς τα συμφέροντα της Κύπρου, ο οποίος κατά άλλους είναι ο πατριωτικός δρόμος, κατά δε τον γράφοντα μάλλον συναισθηματικός.
Η επανένωση της Κύπρου, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν
μπορεί να επιτευχθεί γιατί η Τουρκία επιθυμεί να ελέγξει ολόκληρη την
Κύπρο ή έστω να τη διχοτομήσει ελέγχοντας εσαεί το βόρειό της τμήμα. Υπ’
αυτή την έννοια ο διακοινοτικός διάλογος δεν μπορεί να φέρει τη λύση
παρά μόνο εμπεδώνει τα τετελεσμένα, υποβαθμίζει την Κυπριακή Δημοκρατία
και αναβαθμίζει το ψευδοκράτος. Γι’ αυτό τον λόγο δεν πρέπει να
συνομιλούμε με την Τουρκία αλλά να την εκθέτουμε διεθνώς.
Η πιο πάνω διάγνωση οδηγεί ως εκ τούτου σε μια προσέγγιση ενδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε μέσα από την ένταξή μας στην ΕΕ, είτε ως μέλος του ΟΗΕ είτε μέσω του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος με την Ελλάδα. Επιπλέον αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σύναψη περιφερειακών συμμαχιών με το Ισραήλ και την Αίγυπτο για τη δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου το οποίο θα λειτουργήσει ως αντίβαρο και θα εξισορροπήσει τις αξιώσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα οφείλουμε και πρέπει να αναπτύξουμε και μια στρατηγική ενέργειας για ενδυνάμωση των συμφερόντων μας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα, είτε διά της κατασκευής του East Med Pipeline είτε πουλώντας αέριο στην Αίγυπτο, κάτι που συζητούμε αυτές τις μέρες.
Η πιο πάνω διάγνωση οδηγεί ως εκ τούτου σε μια προσέγγιση ενδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε μέσα από την ένταξή μας στην ΕΕ, είτε ως μέλος του ΟΗΕ είτε μέσω του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος με την Ελλάδα. Επιπλέον αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σύναψη περιφερειακών συμμαχιών με το Ισραήλ και την Αίγυπτο για τη δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου το οποίο θα λειτουργήσει ως αντίβαρο και θα εξισορροπήσει τις αξιώσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα οφείλουμε και πρέπει να αναπτύξουμε και μια στρατηγική ενέργειας για ενδυνάμωση των συμφερόντων μας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα, είτε διά της κατασκευής του East Med Pipeline είτε πουλώντας αέριο στην Αίγυπτο, κάτι που συζητούμε αυτές τις μέρες.
Ο ορθολογισμός
Με βάση την πρώτη άποψη, ότι δηλαδή όλα τα προβλήματά μας είτε είναι πολιτικά είτε οικονομικά περνούν μέσα από τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας μας, δεν συμφωνούν οι περισσότεροι πολιτικοί αυτής της χώρας. Με βάση τις δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του -και όχι τι λέει κατ’ ιδίαν ακόμα και στον γράφοντα- μέχρι πρόσφατα προς αυτή την κατεύθυνση εκινείτο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο οποίος στα δύο χρόνια της διακυβέρνησής του τον είδαμε περισσότερο να διαμαρτύρεται -πολλές φορές δικαίως- ότι η διεθνής κοινότητα δεν αίρεται στο ύψος των υποσχέσεων που έδωσε ή ότι οι εμπλεκόμενοι στο Κυπριακό (π.χ. Ντάουνερ, Κόνιγκ, ακόμα και ο Μπαν Κι-μουν) στρέφονται εναντίον μας. Ο συναισθηματισμός του Προέδρου, που σήκωσε αξιοπρεπώς και γενναία το βάρος της μοναξιάς το 2004, εκτράπηκε σε οργή λόγω navtex και Barbaros με αποτέλεσμα να διακόψει τις συνομιλίες. Και όχι μόνον αυτό. Μπήκε στη λογική των κεντρώων κομμάτων να αναλάβει διεθνείς εκστρατείες να κατακεραυνώσει την Τουρκία για την παραβίαση της νότιας ΑΟΖ της Κύπρου, λες και προεξοφλήσαμε ότι η βόρεια ΑΟΖ της Κύπρου είναι πλέον χαμένη. Λες και η Τουρκία μας αναγνώρισε ποτέ μετά το 1964! Με λίγα λόγια μπήκε στη λογική του Ε/Κ ηγέτη που θέλει να προστατέψει την Κυπριακή Δημοκρατία -όση απέμεινε- χάνοντας το όραμα για το οποίο όλοι τον ακολουθήσαμε για επανένωση της Κύπρου. Λάθος ήταν και το timing. Αποχωρήσαμε από τις συνομιλίες, γιατί ένα ηλίθιο κόκκινο καραβάκι μπήκε στην ΑΟΖ μας και ζητήσαμε την πάνδημη καταδίκη της Τουρκίας, όταν λόγω Ιράκ - Συρίας και Τζιχάντ όλη η διεθνής κοινότητα έστρεφε την προσοχή της στη χώρα αυτή και γονυπετώς (βλέπε δημόσια απολογία του Αμερικανού αντιπροέδρου Μπάιντεν) ζητούσε τη συνδρομή της. Τη στιγμή που μιλούμε, η Τουρκία φιλοξενεί δύο εκατομμύρια Ιρακινούς πρόσφυγες και ξοδεύει 8 εκατ. δολάρια τη μέρα για τη συντήρησή τους, το 2016 θα γίνει στη χώρα το Παγκόσμιο Συνέδριο για τη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας με προεδρεύοντα τον επίτροπό μας Χρήστο Στυλιανίδη, αλλά οι κύριοι Ομήρου, Λιλλήκας και Παπαδόπουλος επιμένουν ότι είναι ρεαλιστικός στόχος να την εκθέσουμε διεθνώς.
Διεθνώς βέβαια, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, η εντύπωση που επικρατεί είναι μάλλον διαφορετική:
* Δέχονται οι εταίροι μας ότι πρέπει να λυθεί το Κυπριακό, βλέπουν
την υπεροψία της Τουρκίας και τις υπερβολές των Τουρκοκυπρίων, γι’ αυτό
μας δέχτηκαν στην ΕΕ πειθαναγκάζοντάς την να δεχθεί λύση με βάση το
κοινοτικό κεκτημένο.
* Ταυτόχρονα όμως μας καταλογίζουν απόρριψη όλων των σχεδίων που μας υποβλήθηκαν, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν το οποίο τόσο η Τουρκία όσο και οι Τ/Κ το αποδέχτηκαν. Διαμαρτύρονται ότι βρεθήκαμε σε αντιπαράθεση με όλους σχεδόν τους απεσταλμένους του ΟΗΕ και μας κατηγορούν ανοικτά ότι στην τελευταία φάση των συνομιλιών εμείς είμαστε αυτοί που αποχωρήσαμε από το τραπέζι των συνομιλιών.
Συμπέρασμα* Ταυτόχρονα όμως μας καταλογίζουν απόρριψη όλων των σχεδίων που μας υποβλήθηκαν, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν το οποίο τόσο η Τουρκία όσο και οι Τ/Κ το αποδέχτηκαν. Διαμαρτύρονται ότι βρεθήκαμε σε αντιπαράθεση με όλους σχεδόν τους απεσταλμένους του ΟΗΕ και μας κατηγορούν ανοικτά ότι στην τελευταία φάση των συνομιλιών εμείς είμαστε αυτοί που αποχωρήσαμε από το τραπέζι των συνομιλιών.
Κατά την ταπεινή μου άποψη η λύση της κάθετης αντιπαράθεσης με την Τουρκία και οι παράπλευρες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε δεν οδηγούν στην εξυπηρέτηση του πρωταρχικού μας στόχου που είναι η επανένωση της χώρας. Ούτε των άλλων στόχων που περιγράψαμε πιο πάνω. Για να λυθεί βέβαια το Κυπριακό χρειάζεται συνεργασία και καλή διάθεση, χρειάζεται αυτοκριτική από όλους τους Κυπρίους και ναι, να αξιοποιήσουμε όλα τα διεθνή ερείσματα που διαθέτουμε για να πετύχουμε όσο το δυνατό καλύτερη λύση μπορούμε. Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εμφιλοχωρώντας έστω για μερικούς μήνες στη λογική της μίνι πρόταξης, έχει αντιληφθεί ότι δεν οδηγούμαστε πουθενά και ότι με αυτή την τακτική το μόνο που θα καταφέρουμε είναι περήφανα να μην αποδεχτούμε την de jure διχοτόμηση η οποία de facto ισχύει από το 1974.
Αυτό ήταν το επίτευγμα όλων των Κυπρίων Προέδρων μετά το 1974. Φοβούμαι όμως, καλέ μου Νίκο Αναστασιάδη, ότι χωρίς σοβαρές συνομιλίες για λύση του προβλήματος δεν θα μπορέσεις ούτε αυτό το μίνιμουμ να βάλεις στο βιογραφικό σου.
Ετικέτες
Κυπριακή Δημοκρατία,
Κυπριακό,
Νίκος Αναστασιάδης,
Τουρκία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)