Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Μουσταφά Ακιντζί: Ευλογία ή εφιάλτης;

Ο Νίκος Αναστασιάδης εξήγγειλε νέα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης προς τους Τουρκοκυπρίους, αλλά, αν με ρωτάτε, το καλύτερο μέτρο οικοδόμησης προέκυψε από αλλού: μας το πρόσφεραν οι Τουρκοκύπριοι με την ψήφο τους και δεν είναι τίποτε άλλο από την εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία τους.


Η πτήση

Κάποιοι ίσως δικαίως σχολιάσουν ότι θριαμβολογώ ή προτρέχω, και ίσως να είχαν δίκαιο αν παρέμεινα σε αυτή
Κυρίες και κύριοι, καλωσορίσατε στην εσωτερική πτήση Πάφου - Ριζοκαρπάσου, αλλά έχω να σας ανακοινώσω ότι ο συγκυβερνήτης Μουσταφά Ακιντζί δεν είναι ούτε του χεριού μας, ούτε ανέλαβε το πόστο του δίπλα στον Νίκο Αναστασιάδη για να μας κάνει χατίρια
 καθαυτή την εκλογή Ακιντζί. Προτείνω λοιπόν να προσδεθούμε, γιατί τώρα ξεκινά η πτήση στα 35.000 πόδια.
Κυρίες και κύριοι, καλωσορίσατε στην εσωτερική πτήση Πάφου – Ριζοκαρπάσου, αλλά έχω να σας ανακοινώσω ότι ο συγκυβερνήτης Μουσταφά Ακιντζί δεν είναι ούτε του χεριού μας, ούτε ανέλαβε το πόστο του δίπλα στον Νίκο Αναστασιάδη για να μας κάνει χατίρια. Η διαδρομή της επανίδρυσης της πατρίδας μας ως μίας χώρας από το ακρωτήριο Αρναούτη έως και τα νησάκια Κλείδες θα ολοκληρωθεί αν είμαστε σοβαροί. Σε διαφορετική περίπτωση, το αεροπλάνο θα κάνει αναγκαστική προσγείωση στο αεροδρόμιο Λευκωσίας εντός της νεκρής ζώνης που μας χωρίζει από το 1974.

Ο Μουσταφά

 Ο κ. Ακιντζί από τη Λεμεσό εκπροσωπεί σήμερα μια κοινότητα που από το 1963 δεν αναγνωρίζεται και δεν εκπροσωπείται διεθνώς. Εκπροσωπεί μια κοινότητα της οποίας οι παππούδες ίδρυσαν την Κυπριακή Δημοκρατία, τα παιδιά τους μεγάλωσαν στους θύλακες χωρίς νερό και ηλεκτρικό και τα εγγόνια τους δεν μπορούν να παίξουν ποδόσφαιρο: ούτε στο ΓΣΠ απέναντι στον Άγιαξ, μήτε στο Καμπ Νου απέναντι στην Μπαρσελόνα, μήτε στο Παρκ Ντε Πρενς απέναντι στην Παρί Σεν Ζερμέν, όπως έπαιξαν τα δικά μας παιδιά με τον ΑΠΟΕΛ, όπως ο Κωνσταντίνος Χαραλαμπίδης και ο Νεκτάριος Αλεξάνδρου. Οπότε η χθεσινή συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα «Σταρ» μάλλον ήταν αναμενόμενη σε ό,τι αφορά τη στάση μας απέναντι στο αίτημα των Τ/Κ για πολιτική ισότητα. Δήλωσε συγκεκριμένα: "Η πολιτική θέση των Ε/Κ αυτή τη στιγμή είναι ‘εμείς είμαστε κράτος και εσείς είστε πολίτες μας’. Όχι, αυτό δεν είναι έτσι. Και οι Ε/Κ και οι Τ/Κ θα είναι πολίτες του κοινού κράτους. Και αυτός ο συνεταιρισμός θα αποτελείται από δύο συνιστώντα κρατίδια, πολιτικά ίσα», ανέφερε.
         
 Ο Ακιντζί από τη Λεμεσό μπορεί να έκανε μια προεκλογική εκστρατεία με ένα άσπρο πανί και ένα κλαδί ελιάς χωρίς σημαίες της Τουρκίας και του ψευδοκράτους, ωστόσο ας μην ξεχνάμε τους συμβολισμούς. Ορκίστηκε προχθές πρόεδρος της «ΤΔΒΚ» που ιδρύθηκε μετά την εισβολή του 1974, η οποία δημιούργησε νέα τετελεσμένα στην Κύπρο και νέα νοοτροπία στους Τ/Κ. Για να είναι αξιόπιστος λοιπόν στην κοινότητά του δεν μπορεί να καταργήσει τα πάντα, να μεταβεί στο Προεδρικό και να ζητήσει από τον Νίκο Αναστασιάδη την επανένωση της Κύπρου με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου, όπως ζητούν μερικοί Ε/Κ.



Τέλος, ο Ακιντζί από τη Λεμεσό μπορεί να εξελέγη από το 60% των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι μας έστειλαν ένα βροντερό μήνυμα ότι θέλουν επανένωση της χώρας, αλλά ποσώς μπορεί να παραγνωρίσει την Τουρκία. Η οποία, όπως σημείωσε και ο κ. Ερντογάν, εδώ και 40 χρόνια ξοδεύει ένα δισ. τουρκικές λίρες για τη χρηματοδότηση του κράτους στον βορρά (δηλαδή πληρώνει τους δημοσίους υπαλλήλους και από προχθές και τον μισθό του κ. Ακιντζί) και διατηρεί 30.000-40.000 στρατιώτες στο έδαφός του. Ο κ. Ακιντζί είναι υποχρεωμένος λοιπόν να χαμηλώσει τους τόνους με την Άγκυρα, διαφορετικά οι Τ/Κ θα πεινάσουν, και τον ίδιο, για να το περιγράψω και λίγο στην κυπριακή, «θα τον γυρεύκουμε σε κανένα χαντάτζι», όπως τον Καβάζογλου, τους Γκιουργκάν και Χικμέτ και τον Κουτλού Ανταλί.


Ο ρόλος Αναστασιάδη


Με λίγα λόγια, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, ο ΔΗΣΥ, το ΑΚΕΛ, αλλά και οι υπόλοιποι πολιτικοί και πολίτες που θέλουν πραγματικά να δουν τη χώρα μας να κινείται στη λογική της επανένωσης, οφείλουν να είναι πρώτα και κύρια υπομονετικοί. Δεύτερον, πρέπει να κατανοήσουν ότι ο Μουσταφά Ακιντζί μπορεί, αν συνεχίσουν στον ίδιο χαβά, να αποβεί ο μεγαλύτερός τους εφιάλτης, ειδικά αν νομίζουν ότι έχουν ενώπιόν τους ένα ομοίωμα του Ντενκτάς ή του Έρογλου. Ο νέος Τ/Κ ηγέτης είναι αξιόπιστος και εσωτερικά και διεθνώς, οπότε κάθε κόλπο (όπως αυτά που έκανε ο Χριστόφιας στον Ταλάτ τον Φεβρουάριο του 2010, γιατί δήθεν έφυγε η ΕΔΕΚ ή απειλούσε να φύγει το ΔΗΚΟ από τη συγκυβέρνηση) θα το πληρώνουμε πλέον εις διπλούν. Τρίτον, πρέπει να αντιληφθούμε τα θέλω των Τουρκοκυπρίων πριν πάμε σε διαπραγμάτευση. Ο Ακιντζί στην ίδια συνέντευξη το διευκρίνισε: «Διεκδικούμε την πολιτική μας ισότητα και μετά συζητούμε οτιδήποτε θέλουν οι Ε/Κ να θέσουν στο τραπέζι».
Συνεκδοχικά οι επόμενοι μήνες θα είναι πολύ κρίσιμοι και είμαι βέβαιος ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης θα αποφύγει ό,τι είναι δυνατόν, καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα, να θεωρηθεί ως πρόκληση, ώστε να αποδυναμωθεί η συντριπτική βούληση των Τ/Κ για λύση. Η εκλογή Ακιντζί μπορεί να αποτελέσει ευλογία και καταλύτη της λύσης, αλλά από μόνη της δεν προσθέτει δυναμική στη διαδικασία για τους λόγους που αναπτύξαμε πιο πάνω. Η δυναμική θα πρέπει να κτισθεί βήμα-βήμα και η πρόοδος θα επέλθει αν είμαστε όλοι, Ε/Κ και Τ/Κ, έτοιμοι για ειλικρινείς συζητήσεις και γενναίους συμβιβασμούς.
 Η γειτονιά που μεγάλωσε ο Ακιντζί στη Λεμεσό. Οδός Αφροδίτης 8. Οι Ε/κ γειτόνισσες τον τον θυμούνται πολύ καλά.

Τρίτη 28 Απριλίου 2015

Τα "Μολών Λαβέ" της Ιστορίας

Η διδασκαλία της Ιστορίας είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα που διδάσκεται ένας νέος άνθρωπος. Για να το θέσω παραστατικά, η Ιστορία δεν διαφέρει από ένα κοφτερό μαχαίρι. Με αυτό μπορείς να κόψεις το ψωμί και να το μοιραστείς με τον γείτονά σου ή να τον ξεκοιλιάσεις.

Επί το επιστημονικότερο, η Ιστορία είναι ένα εξόχως πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνες στην καλύτερη περίπτωση για να μαθαίνουν οι άνθρωποι από τα πάθη και τα παθήματα των παλαιοτέρων ανθρώπων, όπως μας δίδαξε ο θεμελιωτής της Θουκυδίδης μέσω της εξιστόρησης του Πελοποννησιακού Πολέμου, και στη χειρότερη και πιο διαδεδομένη πρακτική για να υμνεί τους ισχυρούς, να δημιουργεί εθνική ταυτότητα σε κατοίκους συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών οπλίζοντάς τους με την απαραίτητη «ηθική», ώστε να είναι έτοιμοι να ξεκοιλιάσουν τους διπλανούς τους για μια σπιθαμή γης.


Δεν θα επιχειρήσουμε να ανοίξουμε εδώ το μαύρο κουτί του εθνικισμού και τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Ας μείνουμε σε κάποιες παραδοχές. Ότι για παράδειγμα η Ιστορία κατά τον 19ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ως εργαλείο δημιουργίας εθνικής ταυτότητας σε ό,τι αφορά τα νεότευκτα εθνικά κρατίδια που άρχισαν να δημιουργούνται μετά τη διαδικασία εκφυλισμού των μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών, ως συνεπακόλουθο των κυρίαρχων μηνυμάτων τριών μεγάλων επαναστάσεων: Της Αμερικανικής (αυτοδιάθεση λαών) της Γαλλικής (δημοκρατία) και της Βιομηχανικής Επανάστασης (καινοτομία και κοινωνία της γνώσης).


Η δημιουργία όλο και περισσότερων εθνικών κρατιδίων κατά τον 20ό αιώνα κυρίως μετά τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1918) σε συνδυασμό με την αναζήτηση εθνικής συνοχής κατά το Ηροδότειο τρίπτυχο, περί όμαιμου, ομόγλωσσου και ομόθρησκου, αναβάθμισε περαιτέρω τον ρόλο της Ιστορίας, με το κάθε νέο κράτος να αναζητά τις ρίζες του, τα αρχέγονά του σύνορα και τους προπάτορες της φυλής. Αυτό οδήγησε τον ιστορικό  Eric Hobsbawm (The Age of Extremes on the short 20th century) σε ένα πολύ ορθό συμπέρασμα: Ότι ο 20ός αιώνας υπήρξε ο αιματηρότερος αιώνας στην Ιστορία της ανθρωπότητας, μετρώντας δύο Παγκόσμιους Πολέμους με πέραν των 50 εκατομμυρίων νεκρών, δεκάδες γενοκτονίες, ξεκινώντας από την Αρμενική και φτάνοντας μέχρι τις σφαγές στη Βοσνία, και εκατοντάδες τοπικούς πολέμους (Βιετνάμ - Καμποτία, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Τσετσενία, Βοσνία, Γεωργία) με επίσης εκατομμύρια νεκρούς. Με λίγα λόγια τα μηνύματα των 3 προαναφερθεισών επαναστάσεων μάλλον δεν εκλήφθηκαν ορθά. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, η Ιστορία δεν τα μετέφερε ορθά. Ο εθνικισμός αποδείχθηκε αήττητος κατατροπώνοντας τον φιλελευθερισμό και φθάνοντας μάλιστα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις του όταν η Ευρώπη κυρίως του Μεσοπολέμου μετατράπηκε σε φυτώριο δικτατόρων ( Μουσολίνι, Χίτλερ, Φράνκο, Μεταξάς, Κουίσλιγκ κ.ά.). Από την άλλη η βιομηχανική επανάσταση λόγω κυρίως έλλειψης ηθικής οδήγησε στη λειτουργία ενός ακραίου καπιταλισμού με αντίπαλο δέος την ανάλυση του Μαρξ, η οποία όμως κι αυτή μεταφράστηκε και παραποιήθηκε βάναυσα γεννώντας στην πορεία του 20ού αιώνα δεκάδες κόκκινους δικτάτορες (Στάλιν, Μάο Τσε Τουγκ, Τσαουσέσκου, Εμβέρ Χότζα, Κιμ Ιλ Σουγκ).

Γάλλοι - Γερμανοί

Οι πρώτοι που προσπάθησαν να μετατρέψουν το μαχαίρι της Ιστορίας σε εργαλείο ειρήνης, να μοιράσουν δηλαδή το ψωμί με τον γείτονά τους, ήταν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί. Μια ομάδα ιστορικών ενθαρρυμένοι από τη συνθήκη του Λοκάρνο (1925) που καθόριζε μεταξύ άλλων τα σύνορα Γερμανίας - Γαλλίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκεντρώθηκαν σε μια προσπάθεια να γράψουν από κοινού την Ιστορία των δύο χωρών. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε άδοξα μετά την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Το εγχείρημα επανήλθε το 1952 με την  ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, η οποία αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια οικονομικής ενοποίησης του ευρωπαϊκού χώρου. Το βιβλίο γράφτηκε αλλά δεν εγκρίθηκε ποτέ από τις εκπαιδευτικές αρχές των δύο χωρών. Έπρεπε μάλλον να περάσουν άλλα 11 χρόνια για να υπογραφεί το 1963 το Γαλλογερμανικό σύμφωνο και άλλα 40 από τότε, μέχρι ο Γάλλος Πρόεδρος Ζακ Σιράκ και ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Στρέντερ να συμφωνήσουν το 2003 στη συγγραφή ενός κοινού βιβλίου Ιστορίας, υπό την πίεση ψηφίσματος της Γαλλογερμανικής Βουλής των Εφήβων. Το βιβλίο αυτό παρουσιάστηκε σε τρεις τόμους στα γαλλικά και τα γερμανικά το 2006, καλύπτει την περίοδο 1815-1945 και έκτοτε διδάσκεται σε μαθητές ηλικίας 15-18 σε λύκεια, αφού εγκρίθηκε από τις εκπαιδευτικές αρχές των δύο χωρών. 

Τα προβλήματα

Το βιβλίο υπό τον τίτλο Histoire-Geschichte δεν ήταν ένα καθόλου εύκολο εγχείρημα, σύμφωνα με τον Niilo Kauppi (A Political Sociology of Transnational Europe). Τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Γάλλοι ιστορικοί προβληματίστηκαν σε 3 άξονες:
• Πώς θα παρουσιάσουν τις σκληρές πολεμικές αντιπαραθέσεις των δύο χωρών που ξεκίνησαν από το 1840, εντάθηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ολοκληρώθηκαν το 1945 με τον Β΄ Παγκόσμιο;
• Ποια από τα χιλιάδες γεγονότα έπρεπε να τεθούν ενώπιον των μαθητών;
• Ποια παιδαγωγική μέθοδος έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για τη διδασκαλία του βιβλίου;
Το βιβλίο σαφώς και δεν είναι τέλειο, σημειώνει ο συγγραφέας του κεφ. 11 του προαναφερθέντος βιβλίου Stefan Seidendorf (Evaluating the intergrative force of teaching History). Όλως παραδόξως, όμως, οι μεγάλες διαφωνίες δεν προέκυψαν, ούτε σε ό,τι αφορά τα ιστορικά γεγονότα, ούτε στην επιλογή των κεφαλαίων. Ως μεγαλύτερο πρόβλημα εμφανίστηκε η παιδαγωγική προσέγγιση του βιβλίου, με τους Γερμανούς να επιμένουν σε πιο κριτική θεώρηση των γεγονότων και τους Γάλλους απλώς να αρκούνται  περισσότερο στην καταγραφή τους, επιτρέποντας στους μαθητές να κρίνουν από μόνοι τους.
 
Η Ιστορία ενώνει

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι παρότι υπήρχε η διάθεση το κοινό βιβλίο Ιστορίας των Γερμανών και των Γάλλων, οι οποίοι θρήνησαν τον θάνατο εκατ. πολιτών τους στα πεδία των μαχών, προκάλεσαν 2 Παγκόσμιους πολέμους για την κυριότητα των επαρχιών της Αλσατίας και της Λωραίνης, προσφυγοποιώντας εκατ. ανθρώπους, αυτό έγινε εφικτό όταν υπήρξαν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες. Όταν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και σήμερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ιστορία κρίθηκε ως το καταλληλότερο εργαλείο για τη δημιουργία ευρωπαϊκής συνοχής.
Το παράδειγμα των δύο χωρών φαίνεται να βρίσκει ανταπόκριση, αφού ήδη βρίσκονται παρόμοια προγράμματα σε εξέλιξη  μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας και Τσεχίας, αλλά και μεταξύ Σλοβακίας και Ουγγαρίας. Πολύ πρόσφατα ανακοινώθηκε και η σύσταση ανάλογης επιτροπής μεταξύ Γερμανών και Ρώσων ιστορικών, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Oscar Wilde «ότι το μόνο καθήκον μας απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε». 

Η Ιστορία χωρίζει

Κάτι ανάλογο έχει επιχειρηθεί και μεταξύ των Βαλκανικών χωρών με πρωτοβουλία του Κέντρου για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιανατολική Ευρώπη (CDRSEE), με την προσπάθεια, ωστόσο, να περιορίζεται στην καταγραφή πρωτογενών κυρίως πηγών από διάφορες βαλκανικές χώρες για να μπορούν οι μαθητές τουλάχιστον να κρίνουν από μόνοι τους, πώς οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι γείτονές τους κινήθηκαν και έβλεπαν την πορεία της δημιουργίας και επέκτασης των κρατών τους. Η σειρά αυτή κυρίως στον ελληνικό χώρο καταγγέλθηκε ως εγχείρημα παραχάραξης της Ιστορίας, η δε συντονίστρια του έργου καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Χριστίνα Κουλούρη χαρακτηρίστηκε από τους όψιμους «Λεωνίδες» του έθνους, που τάχθηκαν να φυλάσσουν «Θερμοπύλες», ως ο νέος «Εφιάλτης» του ελληνισμού, αφού όπως έγραψαν, «ανέλαβε εργολαβικά να αποδομήσει την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων».
   
Βεβαίως υπάρχουν και χειρότερα. Η  Κίνα το 2005 συνταράχθηκε από μαζικές διαδηλώσεις κατά της Ιαπωνίας και απειλήθηκε ακόμα και σύρραξη, γιατί κατά τους ισχυρισμούς των Κινέζων η Ιαπωνία εισήγαγε στα εκπαιδευτικά ιστορικά της βιβλία κείμενα προπαγανδιστικού περιεχομένου που στην ουσία ξέπλεναν τις ευθύνες της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο, μια φάση του οποίου ήταν και κατάληψη μέρους της περιοχής της Σαγκάης από τους Ιάπωνες. Αν το θέμα της συγγραφής της Ιστορίας μεταφερθεί με τις προαναφερθείσες αναλογίες στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, μπορεί κάποιος να αναλογισθεί πόσους ποταμούς αιμάτων και πόση ανθρώπινη δυστυχία ακόμη μας περιμένει. Ίσως είναι κάτι αναπόφευκτο, αφού το μοναδικό, καθολικό και αδιαμφισβήτητο εύρημα της Ιστορίας μέχρι σήμερα είναι ότι η  ντροπή του ανθρώπινου είδους είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.


Ιστορία και Κύπρος


Στην Κύπρο τα πράγματα είναι επίσης τραγικά. Εδώ και χρόνια ιδρύονται και διαλύονται ομάδες ιστορικών οι οποίοι δεν έχουν εντολή να εξετάσουν την Ιστορία της χώρας μας σε σχέση με άλλες χώρες. Στην Κύπρο ακόμα η αντιπαράθεση βρίσκεται στο ποια είναι η δική μας εκδοχή της Ιστορίας, με το πλαίσιο καταγραφής της να κινείται στη λογική ενός κομματικού ύστερου εξορθολογισμού. Με λίγα λόγια καλούνται διάφοροι ιστορικοί με κομματικές και ιδεολογικές ιδιότητες, οι οποίοι συζητούν τη συγγραφή της νεώτερης κυπριακής Ιστορίας στο πλαίσιο της ικανοποίησης και δικαίωσης των κομμάτων που τους προτείνουν. Στην περίπτωσή μας ισχύει αυτό που είπε ο Τζορτζ  Όργουελ ότι «όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον». 
Υπάρχουν όμως και σοβαρά δομικά και παιδαγωγικά προβλήματα που αφορούν τη μάθηση της Ιστορίας, επειδή διδάσκεται αποσπασματικά και εντελώς απομονωμένα από το διεθνές ιστορικό γίγνεσθαι. Έτσι άθελά της καλλιεργεί έναν ανόητο τοπικισμό σε συνδυασμό με μιαν απόλυτη εξάρτηση από την ελλαδική ιστοριογραφία. Για παράδειγμα όταν διαβάζει κανείς τα κύρια και βασικά εγχειρίδια που έρχονται εξ Ελλάδος, η Κύπρος είναι ανύπαρκτη. Πρέπει ο καθηγητής να ανατρέξει σε άλλα κακογραμμένα βιβλία που δίνονται συμπληρωματικά από το υπουργείο Παιδείας και να προσπαθήσει να διασυνδέσει τη συμμετοχή της χώρας και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, στους Βαλκανικούς Πολέμους, να κατανοήσει την Οθωμανοκρατία, την παγκόσμια αποικιοκρατία και την Αγγλοκρατία, να αντιληφθεί τη γέννηση του ενωτικού κινήματος, να κατανοήσει τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων και να αντιληφθεί τις στρεβλώσεις του δικού μας αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ, ο οποίος δεν ήρθε από το πουθενά, αλλά συμβάδιζε με δεκάδες παρόμοια κινήματα σε άλλες περιοχές του κόσμου. Να αντιληφθεί δηλαδή κάτι απλό: ότι δεν είμαστε κάτι αποσπασματικό και ξεκομμένο, αλλά μέρος του κόσμου.
Με λίγα λόγια δεν καταφέραμε μεταξύ μας να γράψουμε ένα βιβλίο της Ιστορίας των Ελληνοκυπρίων. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο ακόμα απέχουμε από το εγχείρημα να κάτσουμε στο ίδιο τραπέζι και να δούμε την Ιστορία μας μαζί με τους Αρμενίους και τους Μαρωνίτες (τους οποίους αδικούμε με τις έως τώρα καταγραφές) οι οποίοι ήρθαν στην Κύπρο με τις μετακινήσεις πληθυσμών για να την προστατέψουν από τις αραβικές επιδρομές μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Σκεφτείτε πόσο απέχουμε να δούμε τα θέματα της κοινής Ιστορίας μας με τους Τουρκοκύπριους.
Με τα σημερινά δεδομένα και με ορατά τα ελλείμματα ιστορικής ακαδημαϊκής ακεραιότητας και πολιτικής επάρκειας, μόνο με διάθεση χιούμορ μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς την κατάσταση. Αναφέροντας δηλαδή ότι την καταγραφή και τον ρουν της Ιστορίας αναλαμβάνουν οι σημερινοί μαθητές-σπουδαστές την οποία αναπαράγουν ως αυριανοί πολίτες στα καφενεία. Εμπνεόμενοι βέβαια όχι από επιστημονικά συγγράμματα, αλλά από τα στερεότυπα των εθνικών ενδοσχολικών εορτών, που ξεκινούν από τη νηπιακή εκπαίδευση και φθάνουν μέχρι το Πανεπιστήμιο, μέσα από τις οποίες δημιουργούμε όχι έστω έναν υγιή εθνισμό, αλλά οικοδομώντας την εθνική μας ανοησία. Όπως είπε κάποτε ο δημοσιογράφος και μέγας χιουμορίστας Φράνκλιν Τζόουνς, «όταν  ένας σπουδαστής αλλάζει τον ρουν της Ιστορίας, κατά πάσαν πιθανότητα δίνει εξετάσεις», για να τον επιβεβαιώσουν άπειρα μαργαριτάρια εξετάσεων στη συνέχεια. Όπως αυτό που έγραψε νεαρός υποψήφιος αστυνομικός το 1990 στην Αθήνα όταν έπρεπε να απαντήσει στην ερώτηση ποιος ήταν ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών. Με ύφος λοιπόν 100 καρδιναλίων έγραψε: «Ατρόμητος Έλλην Στρατάρχης, ο οποίος κοίταξε κατάματα τον εισβολέα και με τα λίγα περσικά που ήξερε του είπε: Μολών λαβέ».

Παρασκευή 24 Απριλίου 2015

Ποιος αμφισβητεί τη Δημοκρατία;


 
Δεν υπάρχει Κύπριος που τις μέρες αυτές να μην αισθάνεται απόγνωση για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι προσωπικές και θεσμικές σχέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον γενικό εισαγγελέα. Μια γρήγορη περιδιάβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταγράφει απογοήτευση, θυμό, σχεδόν απελπισία. Πόσο δικαιολογημένα είναι αυτά τα συναισθήματα;
Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή: οι διορισμοί στα δημόσια αξιώματα επί κανενός Προέδρου δεν έγιναν αξιοκρατικά. Υπάρχει έντονο στοιχείο υποκειμενισμού και επιπλέον έχουν ως βασική αφετηρία όχι κατ' ανάγκη τον διορισμό των άριστων, αλλά των εύχρηστων.

Σε σχέση βέβαια με τη δεκαετία του 1960 θα πρέπει επίσης να κάνουμε ακόμα μία παραδοχή προόδου: έκτοτε έχουμε μεν διανύσει 55 χρόνια Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά σύμφωνα με πολλούς κοινωνιολόγους, για να ωριμάσει θεσμικά μια πολιτεία χρειάζεται ένας κύκλος εμπειριών πέριξ των 150 χρόνων. Από πού ξεκινήσαμε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

  • Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για παράδειγμα, πλην του ΑΚΕΛ, δεν είχαμε κόμματα. Εν μια νυκτί, και συγκεκριμένα την 6η Φεβρουαρίου 1969, ο τότε Πρόεδρος και ταυτόχρονα Αρχιεπίσκοπος έδωσε εντολή να δημιουργηθούν 3 νέα κόμματα ως αντίβαρο στην πρόθεση του Γλαύκου Κληρίδη να ιδρύσει την ίδια μέρα το Ενιαίο Κόμμα. Ο προσωπικός γιατρός του Μακαρίου, ο δρ Βάσος Λυσσαρίδης, ίδρυσε την ΕΔΕΚ, ο εκδότης και αγωνιστής της ΕΟΚΑ Νίκος Σαμψών ίδρυσε το Προοδευτικό Κόμμα και ο Οδυσσέας Ιωαννίδης με λεφτά τού Συνεργατισμού και ιθύνοντα νουν τον διοικητή του Ανδρέα Αζίνα ίδρυσε την Προοδευτική Παράταξη. Οι εκλογές έγιναν το 1970, με τον Μακάριο να καθορίζει και τα ποσοστά. Το ΑΚΕΛ, αν και εκπροσωπούσε το 35% των ψηφοφόρων, βολεύτηκε με 9 βουλευτές. Με τις ψήφους που του περίσσευαν πριμοδότησε την ΕΔΕΚ που εξέλεξε δύο βουλευτές, τον Λυσσαρίδη στη Λευκωσία και τον Χρ. Χριστοφίδη στη Λάρνακα. Επίσης, πριμοδοτήθηκε η Προοδευτική Παράταξη, κυρίως στην Αμμόχωστο, που εξασφάλισε 30,2% των ψήφων, ενώ στην υπόλοιπη Κύπρο μόνο 8,8%, εκλέγοντας επτά βουλευτές, μεταξύ των οποίων και ο Σαμψών. Η πριμοδότηση της Προοδευτικής ήταν επινόηση του Μακαρίου για να μην αποκτήσει αυτοδυναμία στη Βουλή το Ενιαίο, το οποίο εξέλεξε τους 15 από τους 35 βουλευτές. Πώς μπορούσε ένας Πρόεδρος που στις πρώτες εκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 13 Δεκεμβρίου 1959 εξελέγη με το 66% να αποκτήσει στη συνέχεια ρόλο εθνάρχη και να κερδίζει τις επόμενες με 95%; Όλο αυτό το σούργελο, δίκην πολιτικής ζωής, είχε ως αφετηρία τα γεγονότα του 1963. Η αποχώρηση των Τ/Κ και η τροποποίηση του Συντάγματος δυνάμει του δικαίου της ανάγκης κατέστησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας απόλυτο μονάρχη. Ο οποίος με κόμματα-μαριονέτες και ανεξάρτητους αξιωματούχους πλήρως ελεγχόμενους έκοβε, έραβε και γιαούρτωνε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Οι Τ/Κ, ως αντίπαλο ή ως εξισορροπητικό δέος, χάθηκαν στους θύλακες, ο δε Γρίβας, που επιστρατεύτηκε από τους εθνικιστές, αποδείχθηκε πέρα από πολιτικά ανόητος και απρόβλεπτα επικίνδυνος.
  • Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, λόγω πραξικοπήματος, εισβολής και κατοχής, το πολιτικό σύστημα δέχτηκε ένα ισχυρό κτύπημα. Ο θάνατος επίσης του αδιαμφισβήτητου εθνάρχη Μακαρίου το 1977 απελευθέρωσε αρκετή καταπιεσμένη πολιτική ενέργεια. Τα κόμματα, κυρίως ο ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ, οργανώθηκαν πάνω σε πιο δημοκρατικά, αλλά πάντα, πελατειακά πρότυπα. Η ΕΔΕΚ, υπό τη σκιά του αντιστασιακού πλέον Βάσου Λυσσαρίδη, παρέμεινε ακραία αρχηγικό κόμμα με εθνικιστική ρητορική, ενώ το ΑΚΕΛ παρέμεινε σταθερά το κόμμα στο οποίο ελέω δημοκρατικού συγκεντρωτισμού πάντοτε περίσσευε η συλλογική σοφία του ενός. Θα πρέπει να λεχθεί βέβαια ότι η βαριά παράδοση που άφησε πίσω του ο Μακάριος δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να υπερκερασθεί. Μεταξύ μας, κανένας δεν ήθελε να αλλάξει!
  • Έτσι από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 το πολιτικό κατεστημένο της χώρας επανεφηύρε την Κυπριακή Δημοκρατία! Θυμηθήκαμε και τη σημαία της, την οποία φιλοτέχνησε ο Τουρκοκύπριος ζωγράφος Ισμέτ Γκουνέι, και διατυπώσαμε το νέο μας δόγμα: οικονομική ανάπτυξη, η οποία σε κάποια στιγμή άρχισε να χαρακτηρίζεται και θαύμα και, βεβαίως, στήριξη της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία το 1964 διά του ψηφίσματος 186 και παρά την εισβολή του 1974 παρέμενε αναγνωρισμένο κράτος πλήρως ελεγχόμενο από τους Ελληνοκυπρίους. Τι σήμαινε αυτό στην πράξη; Καμιά τροποποίηση του Συντάγματος, διότι, δήθεν, θα έδινε αφορμές στους Τουρκοκυπρίους να αμφισβητήσουν τη συνταγματική νομιμότητα της ΚΔ. Με λίγα λόγια, ο εκάστοτε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενδεδυμένος και με τις εξουσίες του Τ/Κ αντιπροέδρου, μπορούσε και στη δεκαετία του '90 αλλά και του 2000 να λειτουργεί ως εκλεγμένος δικτάτορας με τη συνδρομή μιας ομάδας ανεξάρτητων αξιωματούχων που λειτουργούσαν δίπλα του ως υπάλληλοι και μιας ομάδας μεγαλοκαρχαριών οι οποίοι την επομένη της εκλογής του τάσσονταν στο πλευρό του.
  • Το 2004 υπήρξε μια ευκαιρία, μέσω λύσης, να αποκτήσουμε ένα νέο Σύνταγμα διά της επανενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων, έχοντας μάλιστα κερδίσει και την ένταξή μας στην ΕΕ. Στη συντριπτική του πλειονότητα το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο με ηγέτη τον Τάσσο Παπαδόπουλο τάχθηκε εναντίον της λύσης. Σήμερα μπορούμε πολύ πιο καλά να αντιληφθούμε τις προθέσεις που στοιχήθηκαν πίσω από το βροντερό εκείνο «ΟΧΙ» της 24ης Απριλίου. Οι μεγαλοκαρχαρίες μέσω του Χρηματιστηρίου κατέκλεψαν το 1999 τις οικονομίες του κυπριακού λαού και τα επένδυσαν σχεδόν όλα στη γη, ανεβάζοντας τις τιμές στα επίπεδα φούσκας. Την ίδια περίοδο οι μεγαλοδικηγόροι άρχισαν να ξεπλένουν τα ρωσικά δισεκατομμύρια στις κυπριακές τράπεζες, οι οποίες από επαρχιακά συνεργατικά μετατράπηκαν ξαφνικά σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παγκόσμιας εμβέλειας με καταθέσεις πέραν των 80 δισ., με υποκαταστήματα στη Ρωσία, την Ελλάδα και τα υπόλοιπα στα Βαλκάνια. Γιατί λοιπόν να θέλουν λύση; Η λύση για αυτούς θα ήταν καταστροφή, διότι θα άνοιγαν τα μεγάλα φιλέτα γης στην κατεχόμενη Κύπρο, με αποτέλεσμα να πέσουν οι τιμές των οικοπέδων και των επαύλεών τους που έκτιζαν στον νότο. Έργα τα οποία χρηματοδότησαν οι τράπεζες με φουσκωμένα δάνεια από τις καταθέσεις των Κυπρίων και των Ρώσων. Έκαναν λοιπόν πλύση εγκεφάλου, κατατρομοκρατώντας ακόμα και τους πρόσφυγες ότι δεν ήταν προς το συμφέρον τους να πάρουν πίσω τη γη τους. Αντίθετα, όλοι πείστηκαν ότι πατριωτισμός είναι να δανείζεσαι μισό εκατ. λίρες για να αγοράσεις ένα σπίτι στη Λευκωσία, στη Λεμεσό ή εξοχικό στην Πάφο και την Αγία Νάπα, για να διασφαλίσεις τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κρατικής μας υπόστασης.
 Η δεύτερη «εισβολή»

Πολλοί ψηφοφόροι του «ΟΧΙ» του 2004 θα αμφισβητήσουν την πιο πάνω ανάλυση. Μετά την κατάρρευση της συστημικής φούσκας η οποία παρουσιαζόταν ως οικονομικό θαύμα και τον νόμο περί εκποιήσεων που πέρασε το Σάββατο ίσως αρχίσουν να κατανοούν τι λέω. Ίσως παραδεχθούν και τη σκληρή θέση ότι τελικά ψευδοκράτος δεν λειτουργεί μόνο στα κατεχόμενα από το 1983 αλλά υπάρχει και ένα άλλο ψευδοκράτος που λειτουργεί στον νότο από το 1964. Ίσως κατανοήσουν ότι τα μεγαλύτερα δεινά αυτού του τόπου προέκυψαν διότι ουδέποτε είχαμε ένα ισορροπημένο Σύνταγμα, και ως εκ τούτου: ουδέποτε είχαμε έναν Πρόεδρο συνθέτη απόψεων, αλλά έναν Λουδοβίκο που μας έλεγε «το Κράτος είμαι ΕΓΩ». Ουδέποτε είχαμε κόμματα που να λειτουργούν εκτός πελατειακής λογικής, ουδέποτε είχαμε ανεξάρτητους αξιωματούχους, ουδέποτε είχαμε σοβαρή δημόσια υπηρεσία, αλλά ούτε και δικαστική εξουσία, αν κρίνουμε από τις μάχες που χάθηκαν από τον απλό πολίτη μετά το σκάνδαλο του ΧΑΚ και εξής προς όφελος των μεγαλοκαρχαριών. Με βάση τα πιο πάνω, η κατάρρευση του πολιτικού και οικονομικού μας μοντέλου με τα μνημόνια και τα κουρέματα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια δεύτερη εισβολή. Το 1974, 150.000 Ε/Κ έχασαν τα σπίτια τους. Σήμερα, 400,.000 Ε/Κ ζουν στην ανεργία, κάτω από το όριο της φτώχειας, ή κινδυνεύουν να ξαναχάσουν τα σπίτια τους. Αυτήν τη φορά, όμως, όχι από την Τουρκία, αλλά από μιαν απύθμενα διεφθαρμένη ελίτ Ελλήνων Κυπρίων που μας διοικούσε, μας άρμεγε, και τη χειροκροτούσαμε από πάνω ως ηλίθιοι.



Τα πρώτα ρήγματα

Ίσως για αυτό, όταν άκουσα προ ημερών τον Κώστα Κληρίδη να λέει στον Πρόεδρο «ντροπή σου», μου ήρθε ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Το ξέσπασμα αυτό, αν και υπερβολικό, δεν μπορεί να απομονωθεί: θεσμικά ομιλούντες, το πρώτο ρήγμα επήλθε με την παραίτηση του γεν. εισαγγελέα Σόλωνα Νικήτα το 2005, όταν αηδίασε από τις διαπλοκές του Τάσσου, το δεύτερο το 2009 όταν προέκυψε η κόντρα του τότε διοικητή της Κεντρικής Αθανάσιου Ορφανίδη όταν ήρθε σε ανοικτή σύγκρουση με τον τότε Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. Ακολούθησε η κόντρα του επίσης διοικητή της Κεντρικής Πανίκου Δημητριάδη με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Τέλος, σήμερα βρίσκεται εν εξελίξει η κόντρα του Προέδρου με την επόμενη διοικήτρια της Κεντρικής, τη Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, ενώ υπάρχει ανοικτή κόντρα και με τον γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη.
Όλες αυτές οι αντιπαραθέσεις που δεν εξηγούνται μόνο μέσα από την επίδειξη παντοδυναμίας των εκάστοτε Προέδρων αλλά και τη διαδικασία αυτονόμησης των ανεξάρτητων θεσμών, οπότε πολλές φορές μπορεί να είναι και ανεξέλεγκτες, δεν νομίζω ότι πρέπει να μας φοβίζουν. Είναι μικρές ενδείξεις ότι έχουμε μια Δημοκρατία που ωριμάζει. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε να καταφύγουμε στις γνωστές τακτικές του παρελθόντος, όπως εισηγήθηκε ο πρώην γενικός εισαγγελέας Αλέκος Μαρκίδης. Δηλαδή, να κλειστούν σε ένα δωμάτιο ο Κώστας Κληρίδης και ο Ρίκκος και να τα βρουν. Δηλαδή, να πάρει το πόρισμα Καλλή ο Κώστας Κληρίδης να το χώσει στη μούρη τού Ρίκκου και να του πει «αν στο εξής δεν είσαι καλό παιδί, θα το αφήσω να διαρρεύσει». Ή ο Ρίκκος να του αντιτείνει ότι θα πάει στην αστυνομία να τον καταγγείλει αν συνεχίσει να τον ενοχλεί. Ο τρόπος που λειτουργούν και οι δύο, δηλαδή «όλα στη φόρα», πιθανόν να πλήξει βάναυσα και τους δύο σε προσωπικό επίπεδο. Μακροπρόθεσμα όμως ενδυναμώνει τους θεσμούς, που πρέπει να λειτουργούν πάνω από άτομα.

Κρίση και Δημοκρατία

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Princeton David Runciman στο βιβλίο του «The Confidence Trap: A History of Democracy in crisis from World 1 to the Present», οι Δημοκρατίες των ΗΠΑ και της Αγγλίας ιστορικά εξελίχθηκαν μέσα από τη διαφθορά που επέφερε η διασύνδεσή τους με το υπερβολικό χρήμα. Για αυτόν τον λόγο κινήθηκαν πάντα μέσα από επιτυχίες και αποτυχίες, αλλά οι πολίτες δεν πρέπει να απογοητεύονται από αυτό. Οι μεγάλες κρίσεις που ενσκήπτουν, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα, δεν αποκαλύπτουν πάντα μεγάλες αλήθειες. Ούτε οι Δημοκρατίες μαθαίνουν πολλά από τις κρίσεις, για αυτό και επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Εξάλλου μέρος της Δημοκρατίας είναι και το δικαίωμα να αγνοείς το παρελθόν σου. Για να καταλήξει: «Οι Δημοκρατίες, σε αντίθεση με τις απολυταρχίες, δεν είναι φαταλιστικές και άτεγκτες, αλλά επιβιώνουν μέσα από την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος. Οι Δημοκρατίες, με λίγα λόγια, μπορούν να εξελίσσονται και να διαφοροποιούνται μέσα από μικρές και ανεπαίσθητες, πολλές φορές, αλλαγές που συντελούνται στον τρόπο σκέψης των πολιτών τους.
Από την άλλη, ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Yale Stein Ringen στο βιβλίο του «Nation of Devils: Democratic Leadership and the Problem of Obedience» επισημαίνει ότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς «η κυβέρνηση πρέπει να κυβερνά και οι πολίτες να ακολουθούν». Υπό οποιουσδήποτε όρους; Βεβαίως όχι! «Αυτό που πρέπει να μας προβληματίζει περισσότερο», τονίζει, «είναι αν έχουμε καλή ή κακή κυβέρνηση, και ποια η δυνατότητα των θεσμών αλλά και των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία».
Στην Κύπρο δυστυχώς βρισκόμαστε μακριά από τη δημιουργία μιας τέτοιας πολιτικής κουλτούρας. Εξακολουθώ όμως να δηλώνω αισιόδοξος, παρότι τόσο ο Δημήτρης Χριστόφιας όσο και ο Νίκος Αναστασιάδης μπορούν να αισθάνονται δυστυχείς διότι στην ιστορία της κυπριακής προεδρίας υπήρξαν οι πλέον «αδύναμοι θεσμικά» Πρόεδροι. Αυτό δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουν ως προσωπική πολιτική τους αποτυχία, αλλά ως μια επιτυχία της ίδιας της κοινωνίας, η οποία σταδιακά αποκτά δημοκρατικά και συνάμα πατριωτικά αντανακλαστικά. Όπως κάποτε είπε ο Αμερικανός συγγραφέας Έντουαρντ Άμπι, «ένας πατριώτης πρέπει να είναι πάντα έτοιμος να υπερασπίσει τη χώρα του ενάντια στην κυβέρνησή του». Αυτή η στάση ενισχύει τη Δημοκρατία και απελευθερώνει από τους ώμους των πολιτικών ένα βάρος που ούτως ή άλλως δεν μπορούν να σηκώσουν μόνοι τους.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

Από τον Αυξεντίου στον Αναστασιάδη


Τι σχέση μπορεί να έχει ο Γρηγόρης Αυξεντίου με τον Νίκο Αναστασιάδη; Εκ πρώτης όψεως η σύγκριση μπορεί να φαίνεται ανεδαφική έως και προκλητική, λόγω πολλαπλών διαφορετικών  παραμέτρων: Για παράδειγμα συγκρίνουμε δύο ανθρώπους διαφορετικών εποχών. Συγκρίνουμε έναν αναγνωρισμένο ήρωα του αντιαποικιακού αγώνα με έναν πολιτικό που είτε το θέλουμε, είτε όχι, είναι μέρος του πολιτικού κατεστημένου της χώρας μας. Συγκρίνουμε έναν φλογερό και ανυποχώρητο μαχητή της ελευθερίας με έναν πολιτικό που είναι υποχρεωμένος να ζει μέσα από καθημερινούς συμβιβασμούς εφευρίσκοντας συναινέσεις.

         
Θα ήθελα εδώ να θέσω ακόμα ένα ερώτημα που ίσως και πάλιν φανεί περίεργο: Μήπως η σχέση Αυξεντίου - Αναστασιάδη μπορεί να περιγραφεί σε ιστορικό επίπεδο ως η σχέση εκείνη που έχουν οι σκυταλοδρόμοι μιας τεράστιας σκυταλοδρομίας, όπου ο κάθε αθλητής/πατριώτης διανύει μια συγκεκριμένη απόσταση και παραδίδει στον επόμενο; Μια σχέση δηλαδή όπου ο καθένας πρέπει να κάνει το καθήκον του και να δώσει το άπαν των δυνάμεών του με στόχο να τερματίσει η ομάδα/χώρα του; Βεβαίως κι εδώ υπάρχει αντίλογος: Κάποιοι ίσως αντιτείνουν ότι οι δύο άνδρες τρέχουν σε διαφορετική σκυταλοδρομία. Ο Αυξεντίου διάνυσε μια απόσταση και έδωσε τη σκυτάλη στον Παλληκαρίδη με στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Αναστασιάδης τρέχει μια σκυταλοδρομία παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Μακάριο, τον Βασιλείου, τον Κληρίδη και τον Χριστόφια για να βρει λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Άσπρο - Μαύρο

Αν θέλουμε να παραμείνουμε στη λογική της καθαρής και στοχευόμενης σκυταλοδρομίας, το άρθρο τελειώνει κάπου εδώ, αφού στην Κύπρο διεξάγονται πολλές σκυταλοδρομίες με διαφορετικό σημείο τερματισμού. Τα πράγματα είναι δηλαδή για κάποιες ομάδες τόσο απόλυτα, που αισθάνονται ότι δεν μπορούν καν να συνυπάρξουν στο ίδιο αθλητικό στάδιο. Νομίζω όμως ότι αξίζει να προχωρήσουμε ακόμα λίγο τη σκέψη μας έχοντας ως οδηγό μας την Ιστορία.

  • Ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου και μαζί του ολόκληρη η Κύπρος έδωσε μιαν άνιση μάχη με μια αυτοκρατορία και την έχασε. Και δεν την έχασε γιατί δεν ήταν επαρκώς γενναίος ή γιατί δεν είχε στόχο. Τα είχε και τα δύο. Ήταν γενναίος και είχε ως στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Βεβαίως από έναν ανθυπολοχαγό του ελληνικού στρατού δεν είχε κανείς την απαίτηση να έχει γεωπολιτική ανάλυση ή να γνωρίζει τι παίζεται πίσω από κλειστές πόρτες. Ως στρατιώτης πήρε εντολή να πολεμήσει και έκανε το καθήκον του μέχρι που οι «χοντρές ελληνικές κοκκάλες του» έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς. Υποκλινόμαστε, παρότι μπαίνουμε στον πειρασμό να κάνουμε μια παρατήρηση:  Όσο περίσσευμα λεβεντιάς και αυτοθυσίας υπήρξε σε εκείνη τη σπηλιά του Μαχαιρά της Κύπρου, άλλο τόσο έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας ήρθε να το αντισταθμίσει και εν τέλει να το εξουδετερώσει. Μια ομάδα Κυπρίων εθνικιστών στην Αθήνα, ο Μακάριος και ο Γρίβας, παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές της ελληνικής κυβέρνησης, ανέλαβαν έναν αγώνα του οποίου ο στόχος ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Το αίτημα για Ένωση της Κύπρου τέθηκε στο τραπέζι το 1827 επί ηγεσίας Καποδίστρια στο Ναύπλιο, επανατοποθετήθηκε το 1864 μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων στην Ελλάδα, τέθηκε το 1878 με την εκμίσθωση της Κύπρου στην Αγγλία, τέθηκε ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο το 1915 και αργότερα με τη συμμετοχή της κυπριακής αντιπροσωπείας στη σύνοδο των Βερσαλλιών στο Παρίσι. Οι συνθήκες των Βερσαλλιών τέλειωσαν πολιτικά αυτό το όνειρο δίνοντας ξεκάθαρο ορισμό στο αποδεκτό πλέον δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών με τον τρόπο που το όρισε ο Αμερικανός Πρόεδρος Γουίλσον.
  • Παρόλα αυτά θα μπορούσε να γίνει ο αγώνας του 1955-59; Η απάντηση είναι θετική και η ερώτηση ανιστόρητη, έχοντας ως δεδομένο ότι οι Άγγλοι δεν έδειχναν σοβαρή διάθεση να κινηθούν προς την ανεξαρτησία της χώρας. Δεκάδες άλλοι λαοί εξάλλου την ίδια περίοδο πολεμούσαν για τον ίδιο στόχο. Αν υπήρχε κάτι λάθος, για το οποίο ουδείς ενημέρωσε τον Αυξεντίου ή τον Μάτση ή τον Παλληκαρίδη, είναι ότι ο αγώνας για Ένωση με ένα άλλο κράτος ήταν χαμένος εξ υπαρχής. Αν υπήρχε μια πολιτική ηγεσία με βάθος σκέψης θα καθοδηγούσε τον αγώνα προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο Αυξεντίου θα πολεμούσε με τον Μεχμέτ τον Τουρκοκύπριο, τον Γκεβόργκ τον Αρμένιο και τον Φραγκίσκο τον Μαρωνίτη για μια κοινή πατρίδα. Με αυτό τον τρόπο ίσως δεν θα φτάναμε ποτέ σε καμιά συνθήκη Ζυρίχης - Λονδίνου, ούτε σε δοτό Σύνταγμα, ούτε σε εγγυήτριες δυνάμεις. Εγγυητής της νέας χώρας θα ήταν το δίκαιο αίμα των παλληκαριών της. Με λίγα λόγια η λάθος στοχοθέτηση του αγώνα (παρότι είναι κατανοητή η στάση του 80% των Ελλήνων που ήθελαν να επιβάλουν τη βούλησή τους) έφερε και τους Έλληνες και τους Τούρκους αρχικά σε μια αιματηρή αντιπαράθεση και αργότερα σε ένα συμβιβασμό στη Ζυρίχη που δεν ήταν αποδεκτός σε κανένα. Το μοτίβο αυτό της μάχης των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας έναντι του σεβασμού της μειοψηφίας είναι αυτό που παίχτηκε ξανά και ξανά το 1963 με το αίτημα αναθεώρησης του Συντάγματος, το 1967 με τα γεγονότα της Κοφίνου, το 1974 με το πραξικόπημα και την εισβολή, το 1977 με τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου, το 1983 με την ανακήρυξη ψευδοκράτους, το 2004 με την απόρριψη του σχεδίου λύσης και τη μονομερή ένταξη των Ελληνοκυπρίων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.

    

 Ο Αναστασιάδης

Με βάση τα προαναφερθέντα θα μπορούσε σήμερα ο πολιτικός Νίκος Αναστασιάδης να πάρει τη σκυτάλη από τον Γρηγόρη Αυξεντίου, να σταθεί προκλητικά και με το γνωστό πάθος που έδειξε το 2004 στη μέση του στίβου φωνάζοντας: «Ώς εδώ και μη παρέκει!» Θα μπορούσε να δει την Κύπρο ολικά, συνθετικά μαθαίνοντας από τα πάθη και τα παθήματα του παρελθόντος;  Θα μπορούσε δηλαδή να πάρει τη σκυτάλη στο χέρι, να πιάσει τον Έρογλου ή τον Ακκιντζί ή τη Σιμπέρ από το μπράτσο και να τους πει: «Κύριοι, αν θέλετε κάποια στιγμή να τερματίσει αυτή η αδιέξοδη και ατέρμονη πολυ-σκυταλοδρομία χρειαζόμαστε μια σκυτάλη και μια κοινή προσπάθεια».

Για να το κάνει αυτό βέβαια σήμερα χρειάζεται, πέρα από το απαράμιλλο θάρρος του Αυξεντίου, ακόμα πολύ περισσότερα. Χρειάζεται τη στωικότητα και την αποφασιστικότητα του Μαχάτμα Γκάντι, χρειάζεται το όραμα του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ, τον ρεαλισμό του Νέλσον Μαντέλα και τη φαντασία (imagine all the people) ενός Τζον Λένον. Είναι ομολογουμένως δύσκολο το φορτίο για σένα φίλε μου Νίκο Αναστασιάδη γιατί πλέον η σύγκριση με τον Αυξεντίου του απλού και ηρωικού εκείνου ’55 δεν αρκεί. Πρέπει να τον ξεπεράσεις κατά πολύ για να μπορέσεις να γίνεις ο ήρωας που έχει σήμερα ανάγκη η Κύπρος.

Ζούμε κατά την ταπεινή μου άποψη σε μια εποχή εξίσου ηρωική με το παρελθόν. Μόνο που σήμερα ήρωας δεν μπορεί να είναι αυτός που θυσιάζει τη ζωή του ή παίρνει τη ζωή όσων νομίζει ότι προσβάλλουν τη θρησκεία του ή τον απειλούν στον γεωγραφικό χώρο που ζει. Ήρωας είναι αυτός που στο παγκόσμιο χωριό που ζούμε ξέρει να αγαπά τον συνάνθρωπό του. Ήρωας είναι αυτός που ανεξαρτήτως χρώματος και φυλής αγωνίζεται να βελτιώσει τη ζωή του, αλλά και τη ζωή των άλλων. Αυτό έχουμε ανάγκη σήμερα κ. Πρόεδρε και αυτό αναγνωρίζει ο κυπριακός λαός ως κυρίαρχο στόχο για τη χώρα μας. Μπορείς; Εγώ νομίζω πως μπορείς.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Το νοθευμένο κρασί του 1821




Ως φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής με κατεύθυνση την Ιστορία, είχα μεταξύ άλλων την υποχρέωση να αποδελτιώσω έναν εκ των απομνημονευματογράφων του αγώνα του 1821. Διάλεξα τα απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού από περιέργεια περισσότερο. Ήθελα να δω πώς περιγράφει εκείνες τις ηρωικές στιγμές της 25ης Μαρτίου όταν μπροστά σε όλους τους Έλληνες οπλαρχηγούς κήρυξε την επανάσταση. Διήλθα το σύντομο βιβλιαράκι που δανείστηκα από το σπουδαστήριο ιστορίας, αλλά με έκπληξη διαπίστωσα μια… μεγάλη παράλειψη. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν έλεγε ούτε λέξη για τη μεγαλύτερη στιγμή της ζωής του. Η έκπληξή μου συνοδεύτηκε από το καλοκάγαθο χάχανο της μακαριστής καθηγήτριάς μου Βασιλικής Παπούλια, η οποία με διαβεβαίωσε ότι αυτή την ιστορία την κατέγραψε μετά από 30 χρόνια ένας Γάλλος περιηγητής, ο Πουκεβίλ, που περιδιάβασε την Ελλάδα για να γράψει το βιβλίο του. Η κατασκευή αυτού του μη ιστορικού γεγονότος δεν έγινε με κακή πρόθεση. Κάθε λαός αναζητά μια σημαδιακή ημερομηνία, ένα ξεκίνημα, το οποίο εν προκειμένω γεννήθηκε στην Αγία Λαύρα. Με την Εκκλησία να πρωτοστατεί σε αυτή την ασήμαντη χάλκευση για ευνόητους λόγους: «Η Εκκλησία είναι πάντα μπροστάρης στους απελευθερωτικούς αγώνες»!    
Χωρίς κανείς να υποβαθμίζει τη σημασία του αγώνα ενός λαού να κερδίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία του, ένας μεγαλύτερος αγώνας έχει να κάνει με το πώς στη συνέχεια γράφει την ιστορία του. Κι αυτό γιατί η σημασία της ιστορίας δεν έχει να κάνει με αυτούς που την έζησαν, αλλά μ’ αυτούς που θα τη διαβάζουν τις επόμενες δεκαετίες. Το εθνικό ήθος, με λίγα λόγια, που είναι το ζητούμενο από την ανάγνωση της ιστορίας, για να είναι «εθνικό» πρέπει να είναι και αληθές, κατά πώς το έγραψε και ο Διονύσιος Σολωμός.


Η διδασκαλία

Πώς μας «μεταλαμπαδεύεται» σήμερα σε πανελλήνια διδασκαλία η Επανάσταση του 1821; Επιτρέψτε μου εδώ μια παρέκβαση: Το ρήμα δεν χρησιμοποιείται τυχαία. Αρύεται τον συνειρμό του από την αρλούμπα δίκην συνέντευξης που έδωσε ο κ. Ζουράρις πρόσφατα σε έντυπο στην Αθήνα: «Εγώ είμαι Πυρίκαυστος Ελλάδα (…) που θα πατήσει ξανά πόδι στο Βερολίνο» με τους μεταφραστές της νοηματικής να τρέχουν και πάλιν να μην συφτάνουν. Πώς διδάσκεται όμως η ιστορία μας και δη η πιο σημαντική επανάσταση ενός έθνους, η οποία δρομολόγησε τη διαδικασία συγκρότησης κράτους, γέννησε τη Μεγάλη Ιδέα και τον Αλυτρωτισμό και εξέθρεψε (για να θέσουμε και την Κύπρο στη μεγάλη εικόνα) το ενωτικό κυπριακό κίνημα που έλκει την καταγωγή του από το 1827;
  • Υπηρετώντας το εθνικό ανάδελφο ψώνιο, δεν διδάσκεται συνδυαστικά με τον Διαφωτισμό, την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, ωσάν να προέκυψε από το πουθενά. Συνήθως τα βιβλία διδασκαλίας ξεκινούν με το συνέδριο του Βερολίνου του 1815, όπου λίγο-πολύ στη συνέχεια προβάλλεται η γνωστή απλοϊκή προσέγγιση ότι όλοι οι κακοί βασιλείς και αυτοκράτορες και ο παγκάκιστος Μέτερνιχ επιχείρησαν να την καταπνίξουν εν τη γενέσει της. Συμπέρασμα: Στο πολιτικό DNA των απανταχού Ελλήνων από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού αποτυπώνεται, εν είδει κόμπλεξ κατωτερότητας, η ψευδής εντύπωση ότι όλοι οι ξένοι μάς κατατρέχουν.
  • Εξωραΐζεται στα όρια της παραχάραξης η στάση της Εκκλησίας, στην οποία αποδίδεται εθναρχικός ρόλος. Στην πραγματικότητα ο επικεφαλής του έθνους πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ή ο Κύπριος εθνάρχης και φοροσυλλέκτης του σουλτάνου Κυπριανός, καθώς και οι περισσότεροι βολεμένοι Φαναριώτες, υπήρξαν υποχείρια του σουλτάνου. Όλοι αυτοί, μέχρι την πολιτικά σταθμισμένη εκτέλεσή τους για παραδειγματισμό, πολέμησαν με πάθος τους Έλληνες διαφωτιστές, αφόρισαν τον Ρήγα Φεραίο, έστειλαν εις το πυρ το εξώτερον τη Φιλική Εταιρεία, τον Υψηλάντη και τους επαναστατημένους στη νότια Ελλάδα. Ακόμα και τον ηρωικώς πεσόντα στο Μανιάκι Παπαφλέσσα τον χαρακτήριζαν «εξωνημένο». Συμπέρασμα: Στα παιδιά μας διδάσκεται ότι η Εκκλησία υψώνει λάβαρα ελευθερίας, ορκίζει παλικάρια, με αποτέλεσμα να συντηρεί ιστορικά έναν ρόλο ηθικού καθοδηγητή, δυσανάλογο της προσφοράς της, ο οποίος μάλιστα έχει εμφιλοχωρήσει και στον χώρο της πολιτικής, στη δε Κύπρο και στον χώρο της προνομιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας.
  •  Υποβαθμίζεται η σφαγή 30.000 αμάχων Τούρκων στην Τρίπολη το 1821 από τα στρατεύματα του Κολοκοτρώνη, πράξη που εξώθησε ακόμα και τους μεγαλύτερους φιλέλληνες να διαρρήξουν τα ιμάτιά τους. Ήταν η πρώτη πράξη εθνικού ξεκαθαρίσματος στα Βαλκάνια, αλλά κανένα ελληνικό εγχειρίδιο ιστορίας δεν το παραδέχεται. Απεναντίας, προβάλλεται η μικρότερης έκτασης και εξίσου απαράδεκτη σφαγή της Χίου και των Ψαρών, που έγιναν ως αντίποινο από τους Τούρκους. Συμπέρασμα: Η ελληνική ιστοριογραφία προβάλλει μονομερώς τις τουρκικές βαρβαρότητες, υποβαθμίζοντας τις ελληνικές, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η έχθρα με την Τουρκία, η οποία εντάθηκε λόγω της μικρασιατικής καταστροφής το 1922 και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλεισθεί μία ακόμα πολεμική αναμέτρηση.

  • Προβάλλεται ορθά ο ανείπωτος ηρωισμός του πρώτου έτους της επανάστασης, αλλά υποβαθμίζεται συνειδητά ο πανεθνικός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων, οι δολοφονίες οπλαρχηγών, η κόντρα εξουσίας μεταξύ Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών και Υδραίων. Το 1827 και ενώ ο Ιμπραήμ πασάς λυμαίνεται τη Στερεά και την Πελοπόννησο, ο Γρίβας, φρούραρχος του Παλαμηδίου, βομβαρδίζει ανηλεώς με τα κανόνια του την Ακροναυπλία υπό τον Φωτομαρά, και τανάπαλιν. Η Ύδρα με τους Κουντουριώτηδες κηρύσσει πόλεμο κατά του Καποδίστρια, ο οποίος στέλνει τον Κανάρη να την καταστείλει. Τον συλλαμβάνει ο Μιαούλης, ο οποίος μετά πολιορκεί το Ναύπλιο και τον Πόρο και πυρπολεί τη μεγάλη φρεγάτα «Ελλάς» που η Ελλάδα αγόρασε με δάνειο. Με λίγα λόγια ο Ιμπραήμ πασάς είχε στην ουσία καταστείλει την επανάσταση, η οποία είχε αποτύχει. Αν δεν παρενέβαιναν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής στο Ναβαρίνο, ίσως η Ελλάδα να παρέμενε ως επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για πολύ περισσότερο. Συμπέρασμα: Η Ελληνική Επανάσταση ήταν περισσότερο ένας τρίτος γύρος του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά ουδείς έμαθε από τις πικρές αναφορές του Θουκυδίδη. Αν η ιστορία δεν μορφώνει, επαναλαμβάνεται εσαεί ως φάρσα, είτε με την κόντρα Βενιζέλου -Κωνσταντίνου το 1914, είτε με τον Εμφύλιο το 1945, είτε με τη δικτατορία του 1967, είτε το πραξικόπημα της χούντας στην Κύπρο το 1974. Η στάση αυτή της διχόνοιας, της πολιτικής ανευθυνότητας, των ανόητων παλληκαρισμών και της παράδοσης καμένης γης από τη μια πολιτική ηγεσία στην άλλη, αποτελεί πολιτική πρακτική του σήμερα, ίνα πληρωθεί το ρηθέν του Ζαν-Πολ Σαρτρ «ότι κανένας λαός δεν μαθαίνει από την ιστορία του».
  • Ο μόνος Έλληνας πολιτικός αυτής της περιόδου, που παρά τις εμμονές του πάσχισε να κτίσει ένα νέο ευρωπαϊκό ελληνικό κράτος, το οποίο ίδρυσαν και επέβαλαν περισσότερο οι μεγάλες δυνάμεις και όχι ο μεγαλειώδης αγώνας των Ελλήνων, ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος όμως βρέθηκε απέναντι στους κλέφτες, τους αρματολούς, τους πυρπολητές, τους κοτζαμπάσηδες και τους ιεράρχες του έθνους. Οι οποίοι και τον δολοφόνησαν σε ένα στενοσόκακο του Ναυπλίου στις 9 Οκτωβρίου 1831. Αυτή την τεράστια προσωπικότητα το πανελλήνιο βιβλίο ιστορίας της τρίτης Λυκείου την προσπερνά σε μισή σελίδα. Συμπέρασμα: Οι πολιτικοί με όραμα που θέλουν να διορθώσουν το κράτος ακόμα και σήμερα δεν έχουν κανένα μέλλον, ούτε θέση ανάμεσά μας. Ο ελληνικός λαός έχει εκπαιδευθεί ιστορικά να ακολουθεί τους ψεύτες, τους κλέφτες και τους λαϊκιστές, με την αρπαχτή να έχει αναδειχθεί σε εθνικό σπορ.

Η αναλογία

Είμαι σίγουρος ότι θα κατηγορηθώ ότι επιχειρώ να μειώσω τη σημασία της Ελληνικής Επανάστασης από τις γνωστές πατριωτικές χορωδίες του ελληνικού χώρου. Η κάθε επανάσταση έχει μεγαλειώδεις στιγμές αλλά και στιγμές ντροπής. Επιμένω λοιπόν ότι όλα πρέπει να λέγονται για να μπορούν οι νέες γενιές να εμπνέονται και από το μεγαλείο, αλλά κυρίως να μαθαίνουν από τα λάθη των παλαιοτέρων. Αν κάτι δεν συνέβη στον ελληνικό χώρο από το 1821 και εξής είναι ότι η Ελλάδα δεν έμαθε από τα λάθη της. Η Ελλάδα ξεκίνησε την πορεία της ως κράτος με το αθάνατο, πλην νοθευμένο, κρασί του 1821 και έκτοτε πορεύεται τρελή κι αλλοπαρμένη, παίρνοντας τις περισσότερες φορές μαζί της και την Κύπρο, σε ατραπούς που οδηγούν σε αδιέξοδα. Οι πολιτικοί της απλώς φόρεσαν κουστούμια, αλλά συμπεριφέρονται όπως οι πάλαι ποτέ φουστανελάδες, κλέφτες, αρματολοί και κοτζαμπάσηδες. Η χώρα, όπως και το 1821, είναι ένα απέραντο πεδίο μάχης, με τον νικητή κάθε φορά να δικαιούται τα λάφυρα.

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

Η λύση και το βιογραφικό του Αναστασιάδη


Ποιες βλέψεις και συμφέροντα διαμορφώνονται από τις χώρες που βρέχονται στην Ανατολική Μεσόγειο και πώς θα μπορούσε να κινηθεί η Κύπρος σε ένα υπό συνεχή διαμόρφωση σκηνικό λόγω της γεωστρατηγικής ρευστότητας που υπάρχει;
Για να μπορέσει μια χώρα να χαράξει την τακτική της σε μια ευμετάβλητη περιοχή προϋποθέτει να έχει, όσο μικρή κι αν είναι, τη δική της στρατηγική την οποία υποχρεωτικά θα επιχειρήσει να συνθέσει, ιδιαίτερα αν δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ, με τη στρατηγική των υπολοίπων ενδιαφερομένων χωρών.
 
 
Τι θέλουμε;

 
Παρά τις οποιεσδήποτε αποχρώσεις υπάρχουν, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε ότι για τη χώρα μας οι προτεραιότητες είναι οι πιο κάτω:
Επιδιώκουμε επανένωση της Κύπρου, με την πλειοψηφία των πολιτών να προκρίνει λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας η οποία θα στηρίζεται σε ό,τι αφορά τα δύο συνιστώντα κρατίδια, στις αρχές λειτουργίας της ΕΕ.
Θέλουμε όλοι να ανορθώσουμε την οικονομία της χώρας φεύγοντας από τα μνημόνια μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων και βεβαίως μέσω της ανάπτυξης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που βρέθηκαν ή ίσως βρεθούν στο μέλλον, προς όφελος όλων των Κυπρίων σε συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες.
Θέλουμε η ενωμένη χώρα μας να γίνει και να δρα ως ένα σοβαρό κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης λειτουργώντας γεωπολιτικά ως το νοτιότερο άκρο της ΕΕ, ως μια νησίδα δημοκρατίας, ευνομίας, πολιτισμού και ασφάλειας για ολόκληρη την ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
 
 
Στόχοι και πολιτική

 
Αν αυτοί είναι οι στόχοι μας, πώς τους υλοποιούμε; Υπάρχουν δύο σενάρια και δύο τρόποι σκέψης. Ο πρώτος -κατά τον γράφοντα ρεαλιστικός, κατ’ άλλους υποχωρητικός- εδράζεται στα πιο κάτω:
Για να επανενώσουμε τη χώρα μας, μέσω των καλών υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει να συνεργαστούμε με την Τουρκία και τους Τ/Κ στη λογική μιας σύνθεσης. Αδικήσαμε από το 1963-1974 και αδικηθήκαμε βάναυσα από την εισβολή, αλλά είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε Ε/Κ και Τ/Κ μαζί στην Κύπρο. Την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η Τουρκία, ως μια χώρα με μέγεθος, πληθυσμό και περιφερειακές αξιώσεις, διεκδικεί τη δική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε αυτό αφορά την ασφάλεια της περιοχής είτε τη χάραξη ενεργειακής πολιτικής. Οι κινήσεις του Barbaros και η navtex στέλνουν αυτό το μήνυμα όχι μόνο σε μας, αλλά και στα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.
Για να ανορθώσουμε την οικονομία μας, εκτός από χρηματοπιστωτική σταθερότητα και επενδύσεις χρειαζόμαστε και ασφάλεια, την οποία χωρίς επανένωση δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης. Η επανένωση διευρύνει την εσωτερική αγορά της Κύπρου, ανοίγει για την Κύπρο μια νέα τεράστια αγορά όπως είναι η Τουρκία, διευκολύνει τη χώρα μας να αναδειχθεί, τηρουμένων των αναλογιών, σε τουριστικό, αεροπορικό, ναυτιλιακό, διαμετακομιστικό κέντρο και εν γένει κέντρο υπηρεσιών. Μας προσφέρει τέλος εναλλακτικές επιλογές για πώληση φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ και αργότερα με τον Λίβανο σε μια ώριμη αγορά όπως είναι η τουρκική.
Για να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε ως σοβαρό κράτος εντός της ΕΕ και πάλιν χρειαζόμαστε την επανένωση της χώρας για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί θα απαλλαγούμε από ένα κολοβό σύνταγμα το οποίο μετά το 1964 έχει δημιουργήσει χιλιάδες πολιτικές και θεσμικές αγκυλώσεις. Δεύτερον, θα καταστούμε ένα φυσιολογικό κράτος εντός της ΕΕ. Σήμερα λειτουργούμε μονοθεματικά προωθώντας τις θέσεις μας στο Κυπριακό, μπλοκάροντας τις ενταξιακές της Τουρκίας, υπερασπιζόμενοι εν ολίγοις μια υπόθεση η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική μας κατάρρευση, προκαλεί εκνευρισμό εκ μέρους των υπολοίπων Ευρωπαίων, οι οποίοι πολλές φορές δεν μας αντιμετωπίζουν ως εταίρους, αλλά ως πρόβλημα.
 
Το δεύτερο σενάριο
 
Υπάρχει βέβαια και ένας διαφορετικός τρόπος να υπηρετήσει κανείς τα συμφέροντα της Κύπρου, ο οποίος κατά άλλους είναι ο πατριωτικός δρόμος, κατά δε τον γράφοντα μάλλον συναισθηματικός.
Η επανένωση της Κύπρου, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν μπορεί να επιτευχθεί γιατί η Τουρκία επιθυμεί να ελέγξει ολόκληρη την Κύπρο ή έστω να τη διχοτομήσει ελέγχοντας εσαεί το βόρειό της τμήμα. Υπ’ αυτή την έννοια ο διακοινοτικός διάλογος δεν μπορεί να φέρει τη λύση παρά μόνο εμπεδώνει τα τετελεσμένα, υποβαθμίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και αναβαθμίζει το ψευδοκράτος. Γι’ αυτό τον λόγο δεν πρέπει να συνομιλούμε με την Τουρκία αλλά να την εκθέτουμε διεθνώς.
Η πιο πάνω διάγνωση οδηγεί ως εκ τούτου σε μια προσέγγιση ενδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε μέσα από την ένταξή μας στην ΕΕ, είτε ως μέλος του ΟΗΕ είτε μέσω του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος με την Ελλάδα. Επιπλέον αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σύναψη περιφερειακών συμμαχιών με το Ισραήλ και την Αίγυπτο για τη δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου το οποίο θα λειτουργήσει ως αντίβαρο και θα εξισορροπήσει τις αξιώσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα οφείλουμε και πρέπει να αναπτύξουμε και μια στρατηγική ενέργειας για ενδυνάμωση των συμφερόντων μας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα, είτε διά της κατασκευής του East Med Pipeline είτε πουλώντας αέριο στην Αίγυπτο, κάτι που συζητούμε αυτές τις μέρες.

Ο ορθολογισμός
 
Με βάση την πρώτη άποψη, ότι δηλαδή όλα τα προβλήματά μας είτε είναι πολιτικά είτε οικονομικά περνούν μέσα από τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας μας, δεν συμφωνούν οι περισσότεροι πολιτικοί αυτής της χώρας. Με βάση τις δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του -και όχι τι λέει κατ’ ιδίαν ακόμα και στον γράφοντα- μέχρι πρόσφατα προς αυτή την κατεύθυνση εκινείτο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο οποίος στα δύο χρόνια της διακυβέρνησής του τον είδαμε περισσότερο να διαμαρτύρεται -πολλές φορές δικαίως- ότι η διεθνής κοινότητα δεν αίρεται στο ύψος των υποσχέσεων που έδωσε ή ότι οι εμπλεκόμενοι στο Κυπριακό (π.χ. Ντάουνερ, Κόνιγκ, ακόμα και ο Μπαν Κι-μουν) στρέφονται εναντίον μας. Ο συναισθηματισμός του Προέδρου, που σήκωσε αξιοπρεπώς και γενναία το βάρος της μοναξιάς το 2004, εκτράπηκε σε οργή λόγω navtex και Barbaros με αποτέλεσμα να διακόψει τις συνομιλίες. Και όχι μόνον αυτό. Μπήκε στη λογική των κεντρώων κομμάτων να αναλάβει διεθνείς εκστρατείες να κατακεραυνώσει την Τουρκία για την παραβίαση της νότιας ΑΟΖ της Κύπρου, λες και προεξοφλήσαμε ότι η βόρεια ΑΟΖ της Κύπρου είναι πλέον χαμένη. Λες και η Τουρκία μας αναγνώρισε ποτέ μετά το 1964! Με λίγα λόγια μπήκε στη λογική του Ε/Κ ηγέτη που θέλει να προστατέψει την Κυπριακή Δημοκρατία -όση απέμεινε- χάνοντας το όραμα για το οποίο όλοι τον ακολουθήσαμε για επανένωση της Κύπρου. Λάθος ήταν και το timing. Αποχωρήσαμε από τις συνομιλίες, γιατί ένα ηλίθιο κόκκινο καραβάκι μπήκε στην ΑΟΖ μας και ζητήσαμε την πάνδημη καταδίκη της Τουρκίας, όταν λόγω Ιράκ - Συρίας και Τζιχάντ όλη η διεθνής κοινότητα έστρεφε την προσοχή της στη χώρα αυτή και γονυπετώς (βλέπε δημόσια απολογία του Αμερικανού αντιπροέδρου Μπάιντεν) ζητούσε τη συνδρομή της. Τη στιγμή που μιλούμε, η Τουρκία φιλοξενεί δύο εκατομμύρια Ιρακινούς πρόσφυγες και ξοδεύει 8 εκατ. δολάρια τη μέρα για τη συντήρησή τους, το 2016 θα γίνει στη χώρα το Παγκόσμιο Συνέδριο για τη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας με προεδρεύοντα τον επίτροπό μας Χρήστο Στυλιανίδη, αλλά οι κύριοι Ομήρου, Λιλλήκας και Παπαδόπουλος επιμένουν ότι είναι ρεαλιστικός στόχος να την εκθέσουμε διεθνώς.
Διεθνώς βέβαια, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, η εντύπωση που επικρατεί είναι μάλλον διαφορετική:
* Δέχονται οι εταίροι μας ότι πρέπει να λυθεί το Κυπριακό, βλέπουν την υπεροψία της Τουρκίας και τις υπερβολές των Τουρκοκυπρίων, γι’ αυτό μας δέχτηκαν στην ΕΕ πειθαναγκάζοντάς την να δεχθεί λύση με βάση το κοινοτικό κεκτημένο.
* Ταυτόχρονα όμως μας καταλογίζουν απόρριψη όλων των σχεδίων που μας υποβλήθηκαν, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν το οποίο τόσο η Τουρκία όσο και οι Τ/Κ το αποδέχτηκαν. Διαμαρτύρονται ότι βρεθήκαμε σε αντιπαράθεση με όλους σχεδόν τους απεσταλμένους του ΟΗΕ και μας κατηγορούν ανοικτά ότι στην τελευταία φάση των συνομιλιών εμείς είμαστε αυτοί που αποχωρήσαμε από το τραπέζι των συνομιλιών.
 
Συμπέρασμα
 
Κατά την ταπεινή μου άποψη η λύση της κάθετης αντιπαράθεσης με την Τουρκία και οι παράπλευρες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε δεν οδηγούν στην εξυπηρέτηση του πρωταρχικού μας στόχου που είναι η επανένωση της χώρας. Ούτε των άλλων στόχων που περιγράψαμε πιο πάνω. Για να λυθεί βέβαια το Κυπριακό χρειάζεται συνεργασία και καλή διάθεση, χρειάζεται αυτοκριτική από όλους τους Κυπρίους και ναι, να αξιοποιήσουμε όλα τα διεθνή ερείσματα που διαθέτουμε για να πετύχουμε όσο το δυνατό καλύτερη λύση μπορούμε. Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εμφιλοχωρώντας έστω για μερικούς μήνες στη λογική της μίνι πρόταξης, έχει αντιληφθεί ότι δεν οδηγούμαστε πουθενά και ότι με αυτή την τακτική το μόνο που θα καταφέρουμε είναι περήφανα να μην αποδεχτούμε την de jure διχοτόμηση η οποία de facto ισχύει από το 1974.
Αυτό ήταν το επίτευγμα όλων των Κυπρίων Προέδρων μετά το 1974. Φοβούμαι όμως, καλέ μου Νίκο Αναστασιάδη, ότι χωρίς σοβαρές συνομιλίες για λύση του προβλήματος δεν θα μπορέσεις ούτε αυτό το μίνιμουμ να βάλεις στο βιογραφικό σου.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Ο δρόμος προς την κόλαση


 
Κάποιοι αναλυτές στην Κύπρο φρόντισαν με βιτριολικά σχόλια να τακτοποιήσουν κανονικά τον πρώην Βρετανό ΥΠΕΞ Τζακ Στρο και τον πρώην υπουργό Άμυνας της χώρας Μάλκολμ Ρίφκιντ όταν οι δύο αυτοί πολιτικοί βρέθηκαν στο επίκεντρο πολιτικού σκανδάλου στη Βρετανία. Η ένταση των σχολίων μάλλον δεν είναι καθόλου άσχετη με το ότι και οι δύο στο παρελθόν προέβησαν σε σχόλια και κινήσεις στο Κυπριακό που δεν μας άρεσαν καθόλου. Εξάλλου αν δεν κάνουμε αυτή τη διασύνδεση πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την εκκωφαντική σιωπή των ίδιων σχολιαστών για τις δολοφονίες 30 τόσων στελεχών της αντιπολίτευσης στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια;
Επί της ουσίας, δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας Daily Telegraph και της τηλεοπτικής εκπομπής Dispatches του δικτύου Channel 4 υποδύθηκαν δύο επιχειρηματίες από το Χονγκ Κονγκ, οι οποίοι τους ζήτησαν να ασκήσουν την πολιτική τους επιρροή, έναντι αδρής αμοιβής, προκειμένου να προωθήσουν μια ιδιωτική επιχείρηση. Ο Στρο, νυν βουλευτής του Εργατικού Κόμματος, προσφέρθηκε να χρησιμοποιήσει την επιρροή του προκειμένου να προωθήσει την υποτιθέμενη επιχείρηση των επιχειρηματιών ζητώντας ως αμοιβή το ποσό των 6.800 ευρώ ημερησίως. Από την πλευρά του ο Ρίφκιντ, βουλευτής των Συντηρητικών, φέρεται να πρότεινε να βοηθήσει στο να υπάρξει μία «χρήσιμη πρόσβαση» σε κάθε βρετανική πρεσβεία σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, στο οποίο έδειξαν πρόθεση να εμπλακούν, και οι δύο παύθηκαν από οποιοδήποτε αξίωμα είχαν στα κόμματά τους και ξεκίνησε έρευνα εναντίον τους. Όλοι είναι πεπεισμένοι στη Βρετανία ότι και τα δύο αυτά επιφανή στελέχη της πολιτικής νομενκλατούρας της χώρας δεν έχουν πλέον κανένα πολιτικό μέλλον.

Παραλληλισμοί

Οι δύο Βρετανοί πολιτικοί στην ουσία παγιδεύτηκαν από δημοσιογράφους και εξετέθησαν. Αν γινόταν κάτι τέτοιο στην Κύπρο, το πιο πιθανό είναι οι δημοσιογράφοι να πήγαιναν φυλακή. Ευτυχώς όμως στην Κύπρο δεν χρειάζεται οι δημοσιογράφοι να υποδυθούν ρόλους επιχειρηματία για να παγιδεύσουν πολιτικά πρόσωπα. Στην Κύπρο οι πολιτικοί υποδύονται όλους αυτούς τους ρόλους και μάλιστα δημόσια.
• Ο Νίκος Αναστασιάδης, ως πρόεδρος του ΔΗΣΥ, ήταν κύριος μέτοχος ενός από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία της Κύπρου. Μέσω του γραφείου αυτού για μια δεκαετία έρρεαν από και προς την Κύπρο πέραν των 10 δισ. δολαρίων ετησίως, συμμετέχοντας στην οικοδόμηση του κυπριακού οικονομικού θαύματος και για τον λόγο αυτό το γραφείο έπαιρνε και μπόνους από τις τράπεζες. Μέχρι πρόσφατα και ενώ ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας το δικηγορικό του γραφείο έκανε μεγάλες πράξεις με τράπεζες (πώληση υποκαταστημάτων), ενώ οι επικεφαλής του γραφείου του τον επισκέφθηκαν το περασμένο φθινόπωρο για την εξαγορά των Κυπριακών Αερογραμμών από τη Ryanair. Ας πούμε επίσης (λόγω περιορισμένου χώρου) ότι ο Νίκος Αναστασιάδης ως πρόεδρος του ΔΗΣΥ χρεώνεται με το μισό εκατ. ευρώ που το κόμμα του εισέπραξε ως εισφορά από τη Focus των Ζολώτα - Βγενόπουλου για να φέρει το κόμμα τους φοιτητές να ψηφίσουν στις προεδρικές του 2008.
• Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, πέρα από εισφορές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, για να μοιράζει τσεκκούθκια προεκλογικά, από τον όμιλο Σιακόλα, μπορεί να είναι περήφανος για τις στενές σχέσεις του με τον κ. Βγενόπουλο και το ενάμισι εκατ. ευρώ που με διάφορους τρόπους χρησιμοποιήθηκε στην προεκλογική του καμπάνια το 2008. Επί της ηγεσίας του επίσης το ΑΚΕΛ μετατράπηκε σε ένα κόμμα είσπραξης εισφορών, ακόμα και μέσω εκβιασμών, αν κρίνουμε από την απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση της Δρομολαξιάς, αλλά και από την υπόθεση του αποχετευτικού της Πάφου. Η υπόθεση της έκρηξης στο Μαρί και η εγκατάλειψη της Κύπρου στα χέρια των διεθνών τοκογλύφων άπτεται περισσότερο ενός πολιτικού αμοραλισμού που θα κριθεί μάλλον από την Ιστορία, καταδικάζοντας βέβαια τη νέα ηγεσία του κόμματος στην απαξίωση, αφού αισθάνεται δέσμια να τον καλύπτει μέχρι κεραίας.
• Ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος καθιέρωσε την  Κύπρο, στις αρχές του 1990, ως διεθνές πλυντήριο. Μέσω της Λαϊκής Τράπεζας έφερε στην Κύπρο τον πλούτο των Σέρβων για να σπάσει το εμπάργκο, αλλά μέχρι σήμερα το σερβικό ΥΠΕΞ αναζητεί την περιουσία του Μιλόσεβτις που συμποσούται σε εκατοντάδες εκατομμύρια. Επί των ημερών του στην προεδρία, το δικηγορικό του γραφείο έκανε μπίζνες as usual με αρκετές δημόσιες υπηρεσίες, συμμετείχε ως σύμβουλος σε κρατικούς διαγωνισμούς, ενώ κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2003 δεν δίστασε να εισπράξει εισφορές και από πολυεθνικές εταιρείες με έδρα την Αγγλία.
• Από τη μέγγενη της κριτικής δεν μπορούν να ξεφύγουν και τα σύγχρονα φυντάνια τους. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου με τις επαύλεις του, τα υπέρογκα χρέη του και τις εταιρείες κτηματικών, ο Άντρος Κυπριανού ο οποίος εμφανίζεται ως ο πάτρωνας των μιζαδόρων του κόμματος, με εμφανιζόμενα χρέη πέραν των εισοδημάτων του, ο Γιαννάκης Ομήρου το κόμμα του οποίου δεν έφαγε, αλλά τελικά έφαγε από το αποχετευτικό της Πάφου, ο Γιώργος Λιλλήκας ο οποίος επί υπουργίας του μοίραζε άδειες γκολφ και ζητούσε προσφορές από τον ΚΟΤ ενώ ήταν πολιτικός προϊστάμενός του, ο Νικόλας Παπαδόπουλος, ο οποίος μέχρι προχθές ήταν μέτοχος και associate του δικηγορικού γραφείου Τάσσος Παπαδόπουλος, το οποίο  ετοίμαζε επί πληρωμή σχέδια νόμου για την επιτροπή Οικονομικών της οποίας προΐσταται. Για να μην επεκταθούμε σε όλους αυτούς τους βουλευτές που την περίοδο του ΧΑΚ έπαιξαν και κέρδισαν εκατομμύρια εις βάρος των επενδυτών, ενώ καθήκον τους ήταν να θωρακίσουν τη λειτουργία του με ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο προστατεύοντας τους πολίτες αυτής της χώρας.         

Φταίνε;

Οι πολιτικοί της Κύπρου δυστυχώς δεν έκαναν κάτι λιγότερο από τους δύο Βρετανούς πολιτικούς οι οποίοι στην Αγγλία διαπομπεύθηκαν. Έκαναν μάλλον πολύ περισσότερα κι αν βρίσκονταν στη Βρετανία θα ήταν όλοι πίσω από τα κάγκελα. Βεβαίως θα πρέπει να ειπωθεί ότι στην Κύπρο, νομικά ομιλούντες, είναι αθώοι. Δεν διέπραξαν καμιά παρανομία διότι όλα αυτά τα οποία τους καταμαρτυρεί ο κόσμος δεν εμπίπτουν σε καμιά παράβαση ή παραβίαση του νόμου. Οπότε το πρόβλημά μας είναι άλλο: Το σύστημά μας επιτρέπει αυτά που σε άλλες χώρες συνιστούν παραβίαση της δεοντολογίας και ακόμα ποινικά αδικήματα, διότι δεν τα θεωρεί ως τέτοια. Βρισκόμαστε δυστυχώς μπροστά στην αδυναμία και το όραμα ενός συστήματος να θέσει σε εφαρμογή τις κατάλληλες δικλίδες ασφαλείας που να θωρακίζουν το θεσμικό και νομικό πλαίσιο. Έχουμε σήμερα ένα σύστημα το οποίο επέτρεψε την ατιμωρησία και την προνομιακή μεταχείριση και λειτούργησε ενισχυτικά στην ενδυνάμωση του χάσματος μεταξύ της κοινωνίας και των πολιτειακών θεσμών. Βρισκόμαστε στην εποχή του Λουδοβίκου του 14ου ο οποίος διατυμπάνιζε εκείνο το «l'etat c'est moi». Ακόμα δεν έχουμε εισέλθει πολιτικά στον Διαφωτισμό και στη λογική του Μοντεσκιέ ο οποίος στήριξε θεωρητικά τη μετάβαση από το rule by law στο rule of law. 
Εν κατακλείδι, χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις, το πολιτικό προσωπικό της χώρας στο σύνολό του είναι  ό,τι χειρότερο έχουμε δει για δεκαετίες. Φτάσαμε στο τέλος μιας πολιτικής διαδρομής με αυτούς που έκοψαν το νήμα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι να μας υπόσχονται, φευ, τη μεγάλη αλλαγή. Σε σημείο που τα συνθήματα αυτών που δήθεν κομίζουν το καινούργιο να μας τρομάζουν, αντί να μας παρηγορούν. Τόσο οι αδύναμοι θεσμοί της χώρας μας, όσο και το χαμηλής ποιότητας πολιτικό προσωπικό σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης, παραπέμπουν περισσότερο σε δαντική κόλαση παρά στον παράδεισο. Μακάρι να κάνω λάθος!