Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Δυο Λεμεσιανοί πρόσφυγες

Ας ξεκινήσω με την ομολογία του κλασικού εικονοκλάστη: δεν έχει κανένα νόημα να πιστεύει κανείς σε περιούσια Έθνη και μητέρες πατρίδες। Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα ή πατριωτική οργάνωση, ούτε πιστεύω σε εθνικές πλειοψηφίες ή μειοψηφίες। Τα Έθνη και τα εθνικά κόμματα υπηρετούν μιαν πολιτικο-οικονομική ελίτ η οποία αντιμετωπίζει τους ανθρώπους μέσα από τη λογική της στάνης. Με τη συνδρομή πληρωμένων ή ιδεολογικά χαμηλής νοημοσύνης τσοπανόσκυλων κατορθώνουν να περιχαρακώνουν τα σύνορα του μαντριού, κρατώντας τους απλούς ανθρώπους σε απόσταση από την υγιή λογική ενός ελεύθερου και χωρίς συρματοπλέγματα βοσκότοπου που παραπέμπει στο αρχαιοελληνικό: όπου γη και πατρίς! Μέσα από αυτή τη λογική ίσως οι σύγχρονοι και πραγματικοί επαναστάτες είναι μόνο οι λαθρομετανάστες.
Για μας, ωστόσο, τους σταθερούς ενοίκους αγροτεμαχίων του πλανήτη τι είναι πατρίς, τι μη Πατρίς και τι τ΄ ανάμεσό της; Έχω την εντύπωση ότι όσο μεγαλώνουμε διαπιστώνουμε ότι όλο και περισσότερο ανήκουμε στην παιδική μας ηλικία και στους φίλους μας। Προσωπικά δεν ανήκω στους μιξοκλαίοντες σε συναυλίες: Η δική μου η πατρίδα δεν έχει μοιραστεί στα δύο, ούτε μοιάζει με σταθερό κι αμετακίνητο εικονοστάσι. Μάλλον ταυτίζεται με τις μικρές φορητές εικόνες του πάνω διαζώματος που τις παίρνεις και τις πας όπου θέλεις: Είναι ο αυλόγυρος της Καθολικής στη Λεμεσό. Ένα σπιτάκι με δυο δωματιάκια όλα κι όλα, τέσσερα ξύλινα κασόνια με ψιντρή βασιλιτζιά, μια γλάστρα γιασεμί, οι βυζαντινές ψαλμωδίες του πατέρα μου και η μυρωδιά της κανέλας που άλεθε η μάνα μου για να συνοδέψει το απογευματινό ρυζόγαλο.Είναι οι φίλοι μου με τους οποίους διαγωνιζόμουν κάθε Κυριακή για το ποιος θα μαζέψει περισσότερους κουραμπιέδες και παστίτσια από τους γάμους και τα βαφτίσια που τελούνταν στην Παναγία την Παντάνασσα. Στον ίδιο αυλόγυρο της χαράς κάποιες άλλες δύσκολες μέρες τρέχαμε να αισθανθούμε στα πόδια μας το τσίμπημα κάποιων ξεθυμασμένων σκαγιών που έπεφταν κατά χιλιάδες από την Τουρκοκυπριακή συνοικία.Το πέρασμα του γιοφυριού του Γαρύλλη μετά τα 4 φανάρια ήταν απαγορευμένο για μας τους μικρούς μετά τα γεγονότα του 1963.
Απαγορευμένη πλατεία
Κι όμως
εκεί στην πλατεία του Τ/κ διοικητηρίου ο Μεχμέτ, ένας συνομήλικός μου Τ/Κ έπαιζε κι αυτός με τους φίλους του। Δεν είχα την ευκαιρία τότε να παίξω μαζί του μπίλιες। Την περίοδο αυτή έπαιζαν με τα δίκαννα τα μεγάλα παιδιά που μας κυβερνούν σήμερα. Δεν υπήρχε χώρος για άλλα παιχνίδια. Τον Μεχμέτ τον γνώρισα το 2002 στο Μπέλφαστ σε ένα συνέδριο ιστορίας για το Βορειοϊρλανδικό. Αισθάνεται και είναι λεμεσιανός και δηλώνει πρόσφυγας που εγκαταστάθηκε στο Βόρειο τμήμα της Λευκωσίας. Και γω το ίδιο αισθάνομαι: Λεμεσιανός οικονομικός πρόσφυγας στη Λευκωσία. Τα σπίτια μας δεν απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από 3 χιλιόμετρα. Ως πρόσφυγες Λεμεσιανοί που δεν συναντηθήκαμε ποτέ στη Λεμεσό, περπατήσαμε αργότερα μαζί στους δρόμους του Λάντοτερι για να διαπιστώσουμε ότι η τρέλα των ανθρώπων δεν βασιλεύει μόνο στην Κύπρο. Δρόμοι γεμάτοι αγάλματα ηρώων που αγωνίστηκαν για την καθολική τους πίστη και άλλοι τόσοι με στεφάνια για προτεστάντες ήρωες που αγωνίστηκαν για τη Μεγάλη Βρετανία και τη βασίλισσα Ελισάβετ. Το βράδυ ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό: οι εκατοντάδες παμπ λειτουργούσαν ως χωνευτήρι πολιτισμικών, εθνικών και άλλων διαφορών: Ήταν η ιερή ώρα της ζυθοκατάνυξης στην πίκρα της μαύρης γκίνες η οποία καταλάγιαζε τα πάθη της καρδιάς μέχρι αυτή με τη σειρά της να κατακτήσει πλήρως τον εγκέφαλο. Τότε οι μεθυσμένοι ενδεδυμένοι τον μανδύα του πατριώτη έβγαιναν στους δρόμους για να ξανασφαχτούν. Στην Ιρλανδία πάντως είναι πιο προχωρημένοι από μας. Τσακώνονται μόνον όταν μεθύσουν. Εμείς σκοτωνόμαστε από το 1963 χωρίς να έχουμε καταφέρει να πιούμε μαζί ούτε ένα ποτήρι κρασί. Κι όλα αυτά γιατί εμείς εδώ όπως και σε άλλες περιοχές αυτού του πλανήτη δεν καταφέραμε να κάνουμε μια επιβεβλημένη υπέρβαση. Κολλήσαμε στα έθνη και τα κράτη, που η επίκλησή τους σήμερα παράγει κυρίως βαρβαρότητα. Μπήκαμε στην Ευρώπη αλλά όλοι μας επιτρέπουμε σε μια χώρα που διοικείται από στρατηγούς να καταπιέζει και Ε/Κ και Τ/Κ, με τους πολιτικούς μας ένθεν και ένθεν της γραμμής να παίζουν το παιχνίδι της. Αφήνοντας κατά μέρος τον πραγματικό ανθρώπινο πολιτισμό στον οποίο όλοι έχουν συνεισφέρει και στον οποίο όλοι μπορούν να συμμετέχουν ως υποσύνολα και ομάδες.