Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Η λύση και το βιογραφικό του Αναστασιάδη


Ποιες βλέψεις και συμφέροντα διαμορφώνονται από τις χώρες που βρέχονται στην Ανατολική Μεσόγειο και πώς θα μπορούσε να κινηθεί η Κύπρος σε ένα υπό συνεχή διαμόρφωση σκηνικό λόγω της γεωστρατηγικής ρευστότητας που υπάρχει;
Για να μπορέσει μια χώρα να χαράξει την τακτική της σε μια ευμετάβλητη περιοχή προϋποθέτει να έχει, όσο μικρή κι αν είναι, τη δική της στρατηγική την οποία υποχρεωτικά θα επιχειρήσει να συνθέσει, ιδιαίτερα αν δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ, με τη στρατηγική των υπολοίπων ενδιαφερομένων χωρών.
 
 
Τι θέλουμε;

 
Παρά τις οποιεσδήποτε αποχρώσεις υπάρχουν, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε ότι για τη χώρα μας οι προτεραιότητες είναι οι πιο κάτω:
Επιδιώκουμε επανένωση της Κύπρου, με την πλειοψηφία των πολιτών να προκρίνει λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας η οποία θα στηρίζεται σε ό,τι αφορά τα δύο συνιστώντα κρατίδια, στις αρχές λειτουργίας της ΕΕ.
Θέλουμε όλοι να ανορθώσουμε την οικονομία της χώρας φεύγοντας από τα μνημόνια μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων και βεβαίως μέσω της ανάπτυξης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που βρέθηκαν ή ίσως βρεθούν στο μέλλον, προς όφελος όλων των Κυπρίων σε συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες.
Θέλουμε η ενωμένη χώρα μας να γίνει και να δρα ως ένα σοβαρό κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης λειτουργώντας γεωπολιτικά ως το νοτιότερο άκρο της ΕΕ, ως μια νησίδα δημοκρατίας, ευνομίας, πολιτισμού και ασφάλειας για ολόκληρη την ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
 
 
Στόχοι και πολιτική

 
Αν αυτοί είναι οι στόχοι μας, πώς τους υλοποιούμε; Υπάρχουν δύο σενάρια και δύο τρόποι σκέψης. Ο πρώτος -κατά τον γράφοντα ρεαλιστικός, κατ’ άλλους υποχωρητικός- εδράζεται στα πιο κάτω:
Για να επανενώσουμε τη χώρα μας, μέσω των καλών υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει να συνεργαστούμε με την Τουρκία και τους Τ/Κ στη λογική μιας σύνθεσης. Αδικήσαμε από το 1963-1974 και αδικηθήκαμε βάναυσα από την εισβολή, αλλά είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε Ε/Κ και Τ/Κ μαζί στην Κύπρο. Την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η Τουρκία, ως μια χώρα με μέγεθος, πληθυσμό και περιφερειακές αξιώσεις, διεκδικεί τη δική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε αυτό αφορά την ασφάλεια της περιοχής είτε τη χάραξη ενεργειακής πολιτικής. Οι κινήσεις του Barbaros και η navtex στέλνουν αυτό το μήνυμα όχι μόνο σε μας, αλλά και στα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.
Για να ανορθώσουμε την οικονομία μας, εκτός από χρηματοπιστωτική σταθερότητα και επενδύσεις χρειαζόμαστε και ασφάλεια, την οποία χωρίς επανένωση δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης. Η επανένωση διευρύνει την εσωτερική αγορά της Κύπρου, ανοίγει για την Κύπρο μια νέα τεράστια αγορά όπως είναι η Τουρκία, διευκολύνει τη χώρα μας να αναδειχθεί, τηρουμένων των αναλογιών, σε τουριστικό, αεροπορικό, ναυτιλιακό, διαμετακομιστικό κέντρο και εν γένει κέντρο υπηρεσιών. Μας προσφέρει τέλος εναλλακτικές επιλογές για πώληση φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ και αργότερα με τον Λίβανο σε μια ώριμη αγορά όπως είναι η τουρκική.
Για να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε ως σοβαρό κράτος εντός της ΕΕ και πάλιν χρειαζόμαστε την επανένωση της χώρας για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί θα απαλλαγούμε από ένα κολοβό σύνταγμα το οποίο μετά το 1964 έχει δημιουργήσει χιλιάδες πολιτικές και θεσμικές αγκυλώσεις. Δεύτερον, θα καταστούμε ένα φυσιολογικό κράτος εντός της ΕΕ. Σήμερα λειτουργούμε μονοθεματικά προωθώντας τις θέσεις μας στο Κυπριακό, μπλοκάροντας τις ενταξιακές της Τουρκίας, υπερασπιζόμενοι εν ολίγοις μια υπόθεση η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική μας κατάρρευση, προκαλεί εκνευρισμό εκ μέρους των υπολοίπων Ευρωπαίων, οι οποίοι πολλές φορές δεν μας αντιμετωπίζουν ως εταίρους, αλλά ως πρόβλημα.
 
Το δεύτερο σενάριο
 
Υπάρχει βέβαια και ένας διαφορετικός τρόπος να υπηρετήσει κανείς τα συμφέροντα της Κύπρου, ο οποίος κατά άλλους είναι ο πατριωτικός δρόμος, κατά δε τον γράφοντα μάλλον συναισθηματικός.
Η επανένωση της Κύπρου, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν μπορεί να επιτευχθεί γιατί η Τουρκία επιθυμεί να ελέγξει ολόκληρη την Κύπρο ή έστω να τη διχοτομήσει ελέγχοντας εσαεί το βόρειό της τμήμα. Υπ’ αυτή την έννοια ο διακοινοτικός διάλογος δεν μπορεί να φέρει τη λύση παρά μόνο εμπεδώνει τα τετελεσμένα, υποβαθμίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και αναβαθμίζει το ψευδοκράτος. Γι’ αυτό τον λόγο δεν πρέπει να συνομιλούμε με την Τουρκία αλλά να την εκθέτουμε διεθνώς.
Η πιο πάνω διάγνωση οδηγεί ως εκ τούτου σε μια προσέγγιση ενδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε μέσα από την ένταξή μας στην ΕΕ, είτε ως μέλος του ΟΗΕ είτε μέσω του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος με την Ελλάδα. Επιπλέον αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σύναψη περιφερειακών συμμαχιών με το Ισραήλ και την Αίγυπτο για τη δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου το οποίο θα λειτουργήσει ως αντίβαρο και θα εξισορροπήσει τις αξιώσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα οφείλουμε και πρέπει να αναπτύξουμε και μια στρατηγική ενέργειας για ενδυνάμωση των συμφερόντων μας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα, είτε διά της κατασκευής του East Med Pipeline είτε πουλώντας αέριο στην Αίγυπτο, κάτι που συζητούμε αυτές τις μέρες.

Ο ορθολογισμός
 
Με βάση την πρώτη άποψη, ότι δηλαδή όλα τα προβλήματά μας είτε είναι πολιτικά είτε οικονομικά περνούν μέσα από τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας μας, δεν συμφωνούν οι περισσότεροι πολιτικοί αυτής της χώρας. Με βάση τις δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του -και όχι τι λέει κατ’ ιδίαν ακόμα και στον γράφοντα- μέχρι πρόσφατα προς αυτή την κατεύθυνση εκινείτο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο οποίος στα δύο χρόνια της διακυβέρνησής του τον είδαμε περισσότερο να διαμαρτύρεται -πολλές φορές δικαίως- ότι η διεθνής κοινότητα δεν αίρεται στο ύψος των υποσχέσεων που έδωσε ή ότι οι εμπλεκόμενοι στο Κυπριακό (π.χ. Ντάουνερ, Κόνιγκ, ακόμα και ο Μπαν Κι-μουν) στρέφονται εναντίον μας. Ο συναισθηματισμός του Προέδρου, που σήκωσε αξιοπρεπώς και γενναία το βάρος της μοναξιάς το 2004, εκτράπηκε σε οργή λόγω navtex και Barbaros με αποτέλεσμα να διακόψει τις συνομιλίες. Και όχι μόνον αυτό. Μπήκε στη λογική των κεντρώων κομμάτων να αναλάβει διεθνείς εκστρατείες να κατακεραυνώσει την Τουρκία για την παραβίαση της νότιας ΑΟΖ της Κύπρου, λες και προεξοφλήσαμε ότι η βόρεια ΑΟΖ της Κύπρου είναι πλέον χαμένη. Λες και η Τουρκία μας αναγνώρισε ποτέ μετά το 1964! Με λίγα λόγια μπήκε στη λογική του Ε/Κ ηγέτη που θέλει να προστατέψει την Κυπριακή Δημοκρατία -όση απέμεινε- χάνοντας το όραμα για το οποίο όλοι τον ακολουθήσαμε για επανένωση της Κύπρου. Λάθος ήταν και το timing. Αποχωρήσαμε από τις συνομιλίες, γιατί ένα ηλίθιο κόκκινο καραβάκι μπήκε στην ΑΟΖ μας και ζητήσαμε την πάνδημη καταδίκη της Τουρκίας, όταν λόγω Ιράκ - Συρίας και Τζιχάντ όλη η διεθνής κοινότητα έστρεφε την προσοχή της στη χώρα αυτή και γονυπετώς (βλέπε δημόσια απολογία του Αμερικανού αντιπροέδρου Μπάιντεν) ζητούσε τη συνδρομή της. Τη στιγμή που μιλούμε, η Τουρκία φιλοξενεί δύο εκατομμύρια Ιρακινούς πρόσφυγες και ξοδεύει 8 εκατ. δολάρια τη μέρα για τη συντήρησή τους, το 2016 θα γίνει στη χώρα το Παγκόσμιο Συνέδριο για τη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας με προεδρεύοντα τον επίτροπό μας Χρήστο Στυλιανίδη, αλλά οι κύριοι Ομήρου, Λιλλήκας και Παπαδόπουλος επιμένουν ότι είναι ρεαλιστικός στόχος να την εκθέσουμε διεθνώς.
Διεθνώς βέβαια, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, η εντύπωση που επικρατεί είναι μάλλον διαφορετική:
* Δέχονται οι εταίροι μας ότι πρέπει να λυθεί το Κυπριακό, βλέπουν την υπεροψία της Τουρκίας και τις υπερβολές των Τουρκοκυπρίων, γι’ αυτό μας δέχτηκαν στην ΕΕ πειθαναγκάζοντάς την να δεχθεί λύση με βάση το κοινοτικό κεκτημένο.
* Ταυτόχρονα όμως μας καταλογίζουν απόρριψη όλων των σχεδίων που μας υποβλήθηκαν, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν το οποίο τόσο η Τουρκία όσο και οι Τ/Κ το αποδέχτηκαν. Διαμαρτύρονται ότι βρεθήκαμε σε αντιπαράθεση με όλους σχεδόν τους απεσταλμένους του ΟΗΕ και μας κατηγορούν ανοικτά ότι στην τελευταία φάση των συνομιλιών εμείς είμαστε αυτοί που αποχωρήσαμε από το τραπέζι των συνομιλιών.
 
Συμπέρασμα
 
Κατά την ταπεινή μου άποψη η λύση της κάθετης αντιπαράθεσης με την Τουρκία και οι παράπλευρες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε δεν οδηγούν στην εξυπηρέτηση του πρωταρχικού μας στόχου που είναι η επανένωση της χώρας. Ούτε των άλλων στόχων που περιγράψαμε πιο πάνω. Για να λυθεί βέβαια το Κυπριακό χρειάζεται συνεργασία και καλή διάθεση, χρειάζεται αυτοκριτική από όλους τους Κυπρίους και ναι, να αξιοποιήσουμε όλα τα διεθνή ερείσματα που διαθέτουμε για να πετύχουμε όσο το δυνατό καλύτερη λύση μπορούμε. Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εμφιλοχωρώντας έστω για μερικούς μήνες στη λογική της μίνι πρόταξης, έχει αντιληφθεί ότι δεν οδηγούμαστε πουθενά και ότι με αυτή την τακτική το μόνο που θα καταφέρουμε είναι περήφανα να μην αποδεχτούμε την de jure διχοτόμηση η οποία de facto ισχύει από το 1974.
Αυτό ήταν το επίτευγμα όλων των Κυπρίων Προέδρων μετά το 1974. Φοβούμαι όμως, καλέ μου Νίκο Αναστασιάδη, ότι χωρίς σοβαρές συνομιλίες για λύση του προβλήματος δεν θα μπορέσεις ούτε αυτό το μίνιμουμ να βάλεις στο βιογραφικό σου.