Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2015

Θέλουμε λύση που ν αντέχει στο χρόνο

Συνομιλώντας με φίλους και γνωστούς για τη διαδικασία λύσης του Κυπριακού, διαπιστώνω -σε σχέση με το 2004- μια διαφορά και μια ταύτιση:

Διαφορά: Οι Ε/Κ αντιμετωπίζουν σήμερα το ενδεχόμενο λύσης νηφαλιότερα από ό,τι το 2004. Η διαφοροποίηση αυτή είναι σημαντική και συνάμα ποιοτική γιατί πλέον δεν αποτελεί μέρος της γραμμής ή της ρητορικής κάποιων κομμάτων αλλά περισσότερο εκφράζεται ως εσωτερική λογική διεργασία. Η οικονομική κρίση της περιόδου 2011-13 δεν κατακρήμνισε μόνο την οικονομία, αλλά συνέθλιψε στην κυριολεξία και την αξιοπιστία της πολιτικής ηγεσίας αυτής της χώρας.

Ταύτιση: Το κοινό στοιχείο που εξακολουθούν να έχουν οι δύο περίοδοι είναι η ανησυχία για την επομένη της λύσης. Μια ανησυχία η οποία σαφέστατα και θα επηρεάσει την ψήφο του καθενός από εμάς εάν και όταν προκύψουν ξανά δημοψηφίσματα.

Γιατί ανησυχούμε;
Η πηγή της ανησυχίας της επόμενης μέρας είναι διπλή:
Πρώτον θα εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα η Τουρκία; Το ερώτημα αυτό, παρότι ακούγεται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, δεν είναι ιστορικά έγκυρο. Αν κρίνουμε από την πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, η Τουρκία, παρά τις όποιες παρασπονδίες της ΤΜΤ, εφάρμοσε τη συνθήκη της Ζυρίχης. Αυτοί που αμφισβήτησαν ανοικτά τα συμφωνηθέντα ήταν η ελληνοκυπριακή πλευρά το 1963 αλλά και η εγγυήτρια Ελλάδα το 1974 διά του πραξικοπήματος. Στη συνέχεια τα παραβίασε και η Τουρκία διά της εισβολής. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο όσοι επιμένουν ότι η Τουρκία είναι αναξιόπιστη και ότι δεν θα εφαρμόσει τη λύση καταφεύγουν στη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923 θυμίζοντας την ΄Ιμβρο και την Τένεδο. Βεβαίως ό,τι και να πούμε, η βαρβαρότητα που επέδειξαν οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της εισβολής δεν πρόκειται να αλλάξει την καχυποψία των Ε/Κ. Αν η Τουρκία θέλει να συμβάλει στην άμβλυνση αυτής της στάσης έχει μόνο ένα τρόπο να το κάνει. Να αποδεχθεί την κατάργηση των εγγυητικών της δικαιωμάτων αποδεχόμενη ένα νέο σύστημα ασφαλείας για την Κύπρο μέσω της ΕΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας.   

Δεύτερη πηγή ανησυχίας οι ίδιες μας οι ζωές. Πόσο η λύση θα αλλάξει την καθημερινότητά μας και κυρίως πόσο θα επηρεάσει το βιοτικό μας επίπεδο; Οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή: Είμαστε ήδη σε μνημόνιο. Θα πληρώνουμε και για τους Τουρκοκύπριους; Ποιος και από πού θα αποζημιώσει τις αξίες των περιουσιών μας μετά τη λύση εάν δεν μπορούμε να τις ανακτήσουμε; Θα μας πάρουν τα σπίτια μας από τον προσφυγικό  συνοικισμό και θα μας υποχρεώσουν να πάμε να ζήσουμε με τους Τ/Κ σε μεικτά χωριά στον βορρά; Τι θα γίνει αν κάποιοι Τ/Κ αρνούνται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες μας που θα επιστρέψουν υπό ε/κ διοίκηση; Με τη λύση θα πέσουν οι αξίες της γης στο νότιο τμήμα της Κύπρου; Ποιος θα εγγυάται ότι κάποιοι ανόητοι Ε/Κ ή Τ/Κ αύριο δεν θα αρχίσουν να σκοτώνονται εν μέση οδώ και ποιος θα αναλάβει την ασφάλεια αυτής της χώρας σε ολόκληρη την επικράτειά της; Η ίδια ανησυχία, αν κρίνουμε από δημοσκοπήσεις στον βορρά, ισχύει και για τους Τουρκοκύπριους. Με κυριότερη αυτήν της μαζικής μετακίνησής τους για τρίτη φορά μετά το 1963 και το 1974. Οι απαντήσεις λοιπόν που θα δώσουν σε αυτό το κεφάλαιο οι κύριοι Αναστασιάδης και Ακιντζί θα είναι καθοριστικές ως προς το πού θα κλίνει η ψήφος όλων των Κυπρίων στα δημοψηφίσματα.  

Η σύγχυση των Ε/Κ
Πολλές δημοσκοπήσεις τον τελευταίο καιρό είναι εύγλωττες. Αν ρωτήσεις έναν Ε/Κ τι είδους ομοσπονδία θέλει στην Κύπρο, σε ποσοστό που υπερβαίνει το 80% θα σου απαντήσει: Ισχυρή ομοσπονδία με ισχυρή κεντρική κυβέρνηση. Αν αυτή η θέση συγκριθεί με την κυρίαρχη τάση μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, ότι δεν θέλουν να αλλάξουν πολλά πράγματα στη ζωή τους μετά τη λύση και κυρίως με την άρνησή τους να επιβαρυνθούν περαιτέρω οικονομικά, μάλλον μπορείς να καταλήξεις σε ασφαλή συμπεράσματα.
Οι Ε/Κ στην πλειοψηφία τους θέλουν λύση ομοσπονδίας. Έχουν αποδεχθεί και τη διζωνικότητα. Θέλουν να έχουν μια κυβέρνηση η οποία επιθυμούν να εμφανίζεται ισχυρή, στην πραγματικότητα όμως αυτό που τους δημιουργεί ασφάλεια είναι  η συνέχιση της σταθερότητας στις ζωές τους. Θέλουν μια λύση η οποία να επιστρέφει υπό ε/κ διοίκηση σημαντικό κομμάτι εδάφους, ενώ σε ποσοστό 80% δεν θέλουν να επιστρέψουν υπό τ/κ διοίκηση, γι’ αυτό και προτιμούν αποζημίωση των περιουσιών τους.

Κύπρος στην ΕΕ
Η θέση αυτή των Ε/Κ είναι κατά βάση λειτουργική και δείχνει να αφομοιώνει τις πρόσφατες ιστορικές περιπέτειες της χώρας μας. Δύο ζώνες με καθαρές πλειοψηφίες, πλήρης υλοποίηση των τεσσάρων βασικών ελευθεριών και μια κεντρική κυβέρνηση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργεί πολλές προοπτικές πραγματικής επανένωσης στο εγγύς μέλλον, αλλά ταυτόχρονα διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρξουν νέες συγκρούσεις σε περίπτωση αποτυχίας εφαρμογής της λύσης.

Εάν η λύση λειτουργήσει -αν δηλαδή επικρατήσουν οι νουνεχείς σε αυτόν τον τόπο- η Κύπρος μπορεί να γίνει η Σιγκαπούρη ή η Ελβετία της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, έχοντας κατοίκους με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο διεθνώς. Την ίδια στιγμή θα μπορούσε να καταστεί ένα πολιτειακό πολυπολιτισμικό μοντέλο ικανό να προσελκύσει μιμητές στην πολυτάραχη Μέση Ανατολή.
Εάν η λύση εμφανίζει προβλήματα στην υλοποίησή της, η Κύπρος θα μπορούσε να μετατραπεί σε Βέλγιο. Με κάποιες δηλ. περιόδους χωρίς κυβέρνηση και κατεύθυνση. Η λειτουργία της, ωστόσο, εντός της ΕΕ και με δεδομένο ότι δεν θα υπάρχουν μεταξύ των δύο κοινοτήτων εδαφικές διαφορές, θα μπορούσε να δώσει χρόνο στους πολιτικούς της να συνεννοηθούν.

Σε περίπτωση που αυτό δεν μπορεί να γίνει κατορθωτό, υπάρχει πάντα και η λύση της Τσεχοσλοβακίας και το βελούδινο διαζύγιο Τσεχίας και Σλοβακίας. Και οι δύο χώρες είναι μέλη της ΕΕ, συνεννοούνται μεταξύ τους, εφαρμόζουν τις τέσσερις βασικές ελευθερίες και όλα αυτά, χωρίς να σπάσει μύτη.

Με λίγα λόγια το μήνυμα των πολιτών προς τους διαπραγματευτές του Κυπριακού είναι σαφές. Αφήστε τους νομικισμούς και τις πατριωτικές κορόνες και βρέστε μια λύση που μπορεί υπό οποιεσδήποτε συνθήκες να αντέξει στον χρόνο.