Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Αναμνήσεις προεδρικών εκλογών


March 3, 2013 at 3:26am
Του Διονύση Διονυσίου

Σωτήριον έτος 1968. Κύπρος. Προεδρικές εκλογές. Μακάριος Vs Ευδόκας. Σε ηλικία 8 ετών αισθάνομαι ότι πήρα το πρώτο βάπτισμα πολιτικοποίησής μου στο κυπριακό πολιτικό κεκτημένο.Λίγες μέρες πριν την Κυριακή της 25ης Φεβρουαρίου, όντας μαθητής της τρίτης δημοτικού στο 9ο Δημοτικό σχολείο Καψάλου και έχοντας εν ώρα διαλείμματος ανά χείρας ένα παγωτό ξυλάκι τριαντάφυλλο και μια ταχινόπιττα που αγόρασα με τα τρία γρόσια που μου έδωσε το πρωί η μητέρα μου, ακούστηκε η φωνή του συμμαθητή μου Ρολάνδου Καυκαλιά: «Ζήτω ο Ευδόκας»! Ο Ρολάνδος ήταν εξαιρετικός στις μεσαίες αποστάσεις με ένα καταπληκτικό φυσικό διασκελισμό, τον πρόλαβαν όμως οι σπρίντερ του σχολείου και μετά όλοι εμείς, αλαλάζοντας: «Μακάριος, Μακάριος»! Αντιλαμβάνεστε η καρπαζιά έπεσε σύννεφο και βεβαίως άνευ λόγου. Ο Ρολάνδος ανήκε σε αριστερή οικογένεια που ψήφισε Μακάριο, αλλά προφανώς δεν το ήξερε. Απλώς ήθελε να κάνει την πλάκα του. Έριξα κι εγώ μερικές καρπαζιές χωρίς να ξέρω καν ποιος είναι ο Ευδόκας και γιατί δεν τον ήθελα.Από μικρός εξάλλου μεγάλωσα με τις σταθερές αξίες της οικογένειας καρφωμένες στον τοίχο του ηλιακού της μάνας μου. Αριστερά ένα πορσελάνινο πιάτο και στη μια άκρη η φωτογραφία του Μακαρίου. Στην άλλη άκρη το ίδιο πιάτο με τη φωτογραφία του Γρίβα. Στη μέση η οικογενειακή μας σταθερά. Η φωτογραφία του γάμου των γονιών μου, με τον πατέρα μου αγκαλιά με τη μάνα μου να την περνά ένα κεφάλι λόγω ενός σκαμνιού που τον έβαλαν να πατήσει. Ο άντρας έπρεπε στη φωτογραφία του γάμου να φαίνεται πιο ψηλός, άσχετο εάν η μάνα μου του έριχνε μισό κεφάλι.

Το 1968 ο πατέρας μου, ως ιεροδιάκονος στον καθεδρικό ναό της Παντάνασσας Καθολικής, ήταν υποστηρικτής του Μακαρίου. Η μάνα μου περισσότερο. Εγώ μάλλον ο πιο φανατικός. Θυμάμαι όταν ξεκίνησαν κι οι δύο από το σπίτι να πάνε να ψηφίσουν, τους έτρεχα από πίσω και φώναζα: «Μακάριος, Μακάριος», υπό το πλατύ χαμόγελο του πατέρα μου. Στην αρχή δεν πρόσεξα το σκυθρωπό ύφος του νονού μου, αλλά μετά το εμπέδωσα.

Ο πατέρας μου είχε τις δικές του αρχές. Κάθε Κυριακή στις έξι, με ένα ραντιστήρι ανά χείρας και με ψαλμούς για να προθερμάνει τη φωνή του, μας οδηγούσε στην εκκλησία. Στο ιερό της Καθολικής βίωσα τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια της Ορθοδοξίας, αλλά και τα κρυφά της μπόνους. Συνήθως μετά τη λειτουργία ακολουθούσαν οι βαφτίσεις και ως εκ των «πουμέσα», τρώγαμε και δωρεάν παστίτσια. Τις καθημερινές ο πατέρας μου επέβλεπε το διάβασμα. Κι αν δεν, έπεφτε αγία ράβδος. Τα καλοκαίρια όλοι εν χορώ μαζεύαμε χαρούπια, τρυγούσαμε αμπέλια και ελιές στο χωριό. Τότε απέκτησα και την ειδικότητα να καθοδηγώ τα γαϊδούρια στο καντάρι, να ζυγίζω και να επιστρέφω στο χωράφι κάνοντας τους γαϊδάρους να βλαστημήσουν την ώρα που με γνώρισαν. Προφανώς αυτά γνώριζαν ότι ήταν γαϊδούρια, σε αντίθεση με μένα και τον αδελφό μου τον Μιχάλη, που θεωρούσαμε ότι ιππεύαμε τους απογόνους του Βουκεφάλα.

Με τον τατά μου τον Δαμιανό είχα μια διαφορετική σχέση, πολύ πιο πολιτική. Με έμαθε να παίζω τάβλι, σπάστρα, και κάθε Κυριακή μαζί με τον ξάδελφό μου τον Δημήτρη μάς πήγαινε στο ΓΣΟ να δούμε μάππαν.

Σε ηλικία 2-3 θυμάμαι μας είπε με τον ξάδελφό μου τον Δημήτρη ότι είμαστε με την ΑΕΚ στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα είμαι Αεκτζής. Μας πήγαινε επίσης στο γήπεδο και ήμασταν με την ΑΕΛ. Κάπου εκεί στο 1968 φαίνεται να άλλαξαν τα πράγματα. Με το γνωστό σοβαρό του ύφος μας κάλεσε ένα πρωί Κυριακής για συζήτηση. Ανοίξαμε το τάβλι για το γνωστό ενδοοικογενειακό πρωτάθλημα, έριξε μια εξάρες για να μας ψαρώσει και με πατρικό ύφος διατύπωσε μια θέση νέας αρχής: «Πρέπει να αλλάξουμε ομάδα», είπε. «Μα γιατί, δεν γίνεται, θα μας περιπαίζουν στο σχολείο», διαμαρτυρηθήκαμε. Δεν άκουγε τίποτα. Η απάντησή του εξάλλου ήταν αφοπλιστική: «Είναι κουμουνιστές. Εμείς είμαστε δεξιοί». Από το 1968 και εξής ξέχασα τους ήρωες αδελφούς Παμπουλή και έγινα οπαδός του Απόλλωνα και του Κρυστάλλη. Τότε, μετά το πρώτο ιδεολογικό τεστ, περάσαμε στο δεύτερο. «Γιατί ρε τατά δεν θέλεις τον Μακάριο»; Η απάντησή του και πάλιν ισχυρή: «Διότι δεν θέλει την Ένωση μετά της μητρός Ελλάδος. Εμείς αγωνιστήκαμε για την Ένωση, αυτός πήρε δικούς του δρόμους». Ο νονός μου ήταν από τους ελάχιστους που ψήφισε τότε Ευδόκα απέναντι σε εκείνο το μνημειώδες 96,26% που πήρε ο Μακάριος στις προεδρικές εκλογές. Θυμάμαι η μητέρα μου μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος των εκλογών δάκρυσε και πανηγύριζε όπως κάνουν σήμερα οι δύσμοιροι κάτοικοι της Βορείου Κορέας.

Η δική μου πολιτική εξέλιξη όμως δεν σταμάτησε. Το 1972 σε ηλικία 12 ετών ήμουν Γριβικός και ταυτόχρονα αντιμακαριακός, αυτή τη φορά σε πλήρη συνεργασία και με τον πατέρα μου που είχε ταχθεί με τους τρεις μητροπολίτες που ήθελαν να τον καθαιρέσουν. Η μητέρα μου άντεξε μερικούς μήνες, αλλά τελικά κατέβασε το ένα πιάτο με τον Μακάριο. Φώναζα σε διαδηλώσεις «Ελλάς-Κύπρος- Ένωσις» και «Γεώργιος Γρίβας Διγενής». Ο Ρολάνδος σαφώς είχε βρει κι αυτός την ιδεολογική του ταυτότητα και στο Β΄ Γυμνάσιο Λεμεσού που φοιτούσαμε βροντοφώναζε «Μακάριος ο Τρίτος ο Αρχηγός». Είχε βρει επιτέλους νόημα η ζωή όλων μας. Κάποιοι φωνάζαμε υπέρ ενός «φανατικού στρατηγού», και κάποιοι υπέρ ενός «νάρκισσου παπά» που νόμιζε ότι μπορεί να κυβερνήσει τον Πλανήτη.

Έτσι μας βρήκε το πραξικόπημα και η εισβολή του 1974. Τι άλλαξε από τότε; Οι αλάνες που παίζαμε ποδόσφαιρο εξαφανίστηκαν. Τα κρησφύγετα που κάναμε παίζοντας με βέλη και τόξα έχοντας ως ίνδαλμα τον Ρόμπιν Χουντ και τους ακολούθους του στο Χαρουπόδασος του Βορείου Καψάλου, δίκην δάσους του Σέργουντ, έγιναν βορά των καμινιών. Τα παιδικά μας χρόνια γέμισαν προσφυγικούς συνοικισμούς. Κι ακόμα δεν βάλαμε μυαλό.