Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Χρειάζεται ανανέωση η συζήτηση του Κυπριακού


Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο το Κυπριακό γίνεται περισσότερο πολύπλοκο. Ξεκίνησε ως ένα εθνοτικό, πολιτικό πρόβλημα, ενώ σήμερα πέραν της πολιτικής του πτυχής επηρεάζεται και από τη βαριά σκιά της οικονομικής βιωσιμότητας του όλου εγχειρήματος.

 Τα πρώτα χρόνια μετά το 1974 το πρόβλημα μπορούσε να αντιμετωπισθεί κυρίως πολιτικά. Για τους Ελληνοκυπρίους ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής, για τους Τουρκοκυπρίους ως θέμα ανασύνταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, διά της επιστροφής τους στα πολιτικά σώματα και τους θεσμούς που και αυτοί θέσπισαν διά της υπογραφής τους το 1960. Το ζητούμενο βέβαια ήταν και είναι πάντα ένας λογικός συμβιβασμός, που τότε θα μπορούσε να ήταν ένα πολυπεριφερειακό σύστημα το οποίο θα ανταποκρινόταν στη λογική των θυλάκων του 1963-64. Οι ιστορικές περιπέτειες αυτού του τόπου πάντα θα αφήνουν τα αποτυπώματά τους, άσχετο αν αυτό κάποιοι επιμένουν να μην το αντιλαμβάνονται.

Η παρέλευση του χρόνου και η υπογραφή της συμφωνίας της Τρίτης Βιέννης έκανε τα πράγματα ακόμα πιο πολύπλοκα. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος μετά την ανταλλαγή πληθυσμών οδηγήθηκε στον συμβιβασμό της διπεριφερειακής ομοσπονδίας, η οποία στην πορεία του χρόνου επεβλήθη και ως διζωνική ομοσπονδία. Ο θάνατος του Αρχιεπισκόπου το 1977 επέτρεψε στα ίδια τα παιδιά του (Σπύρος Κυπριανού - Τάσσος Παπαδόπουλος - Βάσος Λυσσαρίδης) να την αμφισβητούν κατά οξύμωρο τρόπο. Αμφισβητούσαν τη συμφωνία του Αρχιεπισκόπου, αλλά όχι τον ίδιο. Πιάστηκαν από μια φράση του περί μακροχρόνιου αγώνα, την έκαναν σύνθημα και πέταξαν στον κάλαθο των αχρήστων την υπογραφή του.

Οι διακυβερνήσεις Βασιλείου και Κληρίδη από το 1988 έως και το 2003 επιχείρησαν να αντιμετωπίσουν την όλο και διογκούμενη πολυπλοκότητα του Κυπριακού (εποικισμός, εκμετάλλευση ε/κ και τ/κ περιουσιών) από τη μια συνομιλώντας πειστικά επί της συμφωνίας Μακαρίου και την ίδια στιγμή θωρακίζοντας ό,τι απέμεινε από την Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σχέδιο Ανάν, αφού απορρίψαμε προηγουμένως το σχέδιο Γκάλι.


Το 2004


Το δημοψήφισμα του 2004 ήταν ένα ακόμα σημείο καμπής στο Κυπριακό. Το πρόβλημα επιχειρήθηκε να αντιμετωπισθεί συνολικά μέσα από ένα δυναμικό σχέδιο (υπό την έννοια ότι άφηνε εποικοδομητικές ασάφειες για να επεξεργαστούν στην πορεία οι δύο κοινότητες). Η συζήτηση υπέρ της αποδοχής του ή όχι πρόσθεσε βέβαια ακόμα κάτι στην πολυπλοκότητά του: το κεφάλαιο οικονομία. Όχι βέβαια στη σύνθετη μορφή της, αλλά στο πλαίσιο της γνωστής συνθηματολογίας που επικρατεί στην Κύπρο. Αίφνης ανέκυψε θέμα ποιος θα συντηρεί τους Τουρκοκύπριους και η διαπίστωση που επικράτησε και ίσως έκρινε μεταξύ άλλων και το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν απλή: Θα εργαζόμαστε εμείς για να ταΐζουμε τους Τουρκοκύπριους;


Το 2011 αυτή η αίσθηση του πλούσιου Ε/Κ που θα ταΐζει τον φτωχό και τεμπέλη Τ/Κ κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος. Ξαφνικά και οι Ε/Κ έγιναν φτωχοί, αλλά μάλλον πλουσιότεροι σε εμπειρίες. Άρχισαν να προβληματίζονται για τις προθέσεις των άπληστων που οδήγησαν τη χώρα στην οικονομική καταστροφή, οι οποίοι ειρήσθω εν παρόδω το 2004 τους έλεγαν να ψηφίσουν «όχι» γιατί η κυπριακή οικονομία θα οδηγείτο σε καταστροφή.


Εν έτει 2016 όλοι πλέον αντιλαμβανόμαστε ότι το μοντέλο συζήτησης τους Κυπριακού είναι παρωχημένο. Το πρόβλημα εξακολουθεί να είναι πολιτικό στην ευρύτερή του διάσταση, αλλά πρωτίστως είναι οικονομικό, όπως π.χ. η συντελούμενη ενοποίηση της Γερμανίας, ή όπως η επιχειρούμενη ενσωμάτωση του Χονγκ Κονγκ από την Κίνα. Σε ό,τι αφορά την άντληση εμπειριών, θα μπορούσε να είναι οικονομικό, εκκινώντας έναν προβληματισμό από το διεθνές κεκτημένο που δημιούργησε το δημοψήφισμα των Σκωτσέζων για αυτονομία αλλά και το κίνημα των Καταλανών για ανεξαρτητοποίηση από την Ισπανία.


Παρωχημένο μοντέλο


Σήμερα ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Μουσταφά Ακιντζί συνομιλούν κατά κύριο λόγο με βάση τη λογική που υπαγορεύει  μόνο η νομική επιστήμη και τα διπλωματικά πρωτόκολλα, αποφεύγοντας να αγγίξουν σοβαρά και κυρίως να μιλήσουν ευθέως για την οικονομία, η οποία αποτελεί ενίοτε και όχημα κοινωνικών ανακατατάξεων. Η ενοποίηση της Κύπρου εάν προέλθει, θα προέλθει και μέσα από την ενοποίηση των δημοσίων οικονομικών της ομοσπονδίας, μέσα από ένα ενιαίο τραπεζικό σύστημα, και κυρίως μέσα από παρεμφερείς δομές οι οποίες θα καθιστούν τη μία και ενιαία οικονομία της επιδιωκόμενης ομοσπονδίας ως απολύτως ανταγωνιστική.

Το Κυπριακό δεν μπορεί να λυθεί ενόσω η συζήτησή του περιορίζεται σε μια επιλεκτική ανάγνωση κάποιων ψηφισμάτων του ΟΗΕ της δεκαετίας του 1970, στη βάση μιας εθνικιστικής ρητορικής που υιοθετούν οι δύο πλευρές και κυρίως μέσα από τις προσωπικές ατζέντες που έχουν οι πολιτικοί στην Κύπρο και την Τουρκία. Το Κυπριακό δεν πρόκειται εν ολίγοις να λυθεί μέσα από ατέρμονες και επιφανειακές συνομιλίες που εξαντλούνται στο εδαφικό και το περιουσιακό. Θα λυθεί αν οι δυο ηγέτες συμφωνήσουν στην απάντηση ενός απλού ερωτήματος: Πώς θέλουμε να είναι η Κύπρος σε 10 χρόνια από σήμερα και μέσα από ποια οικονομική στρατηγική θα το πετύχουμε; Εν ολίγοις το Κυπριακό χρειάζεται περισσότερη οικονομία στην ατζέντα της συζήτησης του.