Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Τα "Μολών Λαβέ" της Ιστορίας

Η διδασκαλία της Ιστορίας είναι ίσως το δυσκολότερο μάθημα που διδάσκεται ένας νέος άνθρωπος. Για να το θέσω παραστατικά, η Ιστορία δεν διαφέρει από ένα κοφτερό μαχαίρι. Με αυτό μπορείς να κόψεις το ψωμί και να το μοιραστείς με τον γείτονά σου ή να τον ξεκοιλιάσεις.

Επί το επιστημονικότερο, η Ιστορία είναι ένα εξόχως πολιτικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε ανά τους αιώνες στην καλύτερη περίπτωση για να μαθαίνουν οι άνθρωποι από τα πάθη και τα παθήματα των παλαιοτέρων ανθρώπων, όπως μας δίδαξε ο θεμελιωτής της Θουκυδίδης μέσω της εξιστόρησης του Πελοποννησιακού Πολέμου, και στη χειρότερη και πιο διαδεδομένη πρακτική για να υμνεί τους ισχυρούς, να δημιουργεί εθνική ταυτότητα σε κατοίκους συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών οπλίζοντάς τους με την απαραίτητη «ηθική», ώστε να είναι έτοιμοι να ξεκοιλιάσουν τους διπλανούς τους για μια σπιθαμή γης.


Δεν θα επιχειρήσουμε να ανοίξουμε εδώ το μαύρο κουτί του εθνικισμού και τι ακριβώς σημαίνει αυτό. Ας μείνουμε σε κάποιες παραδοχές. Ότι για παράδειγμα η Ιστορία κατά τον 19ο αιώνα χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον ως εργαλείο δημιουργίας εθνικής ταυτότητας σε ό,τι αφορά τα νεότευκτα εθνικά κρατίδια που άρχισαν να δημιουργούνται μετά τη διαδικασία εκφυλισμού των μεγάλων πολυεθνικών αυτοκρατοριών, ως συνεπακόλουθο των κυρίαρχων μηνυμάτων τριών μεγάλων επαναστάσεων: Της Αμερικανικής (αυτοδιάθεση λαών) της Γαλλικής (δημοκρατία) και της Βιομηχανικής Επανάστασης (καινοτομία και κοινωνία της γνώσης).


Η δημιουργία όλο και περισσότερων εθνικών κρατιδίων κατά τον 20ό αιώνα κυρίως μετά τη συνθήκη των Βερσαλλιών (1918) σε συνδυασμό με την αναζήτηση εθνικής συνοχής κατά το Ηροδότειο τρίπτυχο, περί όμαιμου, ομόγλωσσου και ομόθρησκου, αναβάθμισε περαιτέρω τον ρόλο της Ιστορίας, με το κάθε νέο κράτος να αναζητά τις ρίζες του, τα αρχέγονά του σύνορα και τους προπάτορες της φυλής. Αυτό οδήγησε τον ιστορικό  Eric Hobsbawm (The Age of Extremes on the short 20th century) σε ένα πολύ ορθό συμπέρασμα: Ότι ο 20ός αιώνας υπήρξε ο αιματηρότερος αιώνας στην Ιστορία της ανθρωπότητας, μετρώντας δύο Παγκόσμιους Πολέμους με πέραν των 50 εκατομμυρίων νεκρών, δεκάδες γενοκτονίες, ξεκινώντας από την Αρμενική και φτάνοντας μέχρι τις σφαγές στη Βοσνία, και εκατοντάδες τοπικούς πολέμους (Βιετνάμ - Καμποτία, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Τσετσενία, Βοσνία, Γεωργία) με επίσης εκατομμύρια νεκρούς. Με λίγα λόγια τα μηνύματα των 3 προαναφερθεισών επαναστάσεων μάλλον δεν εκλήφθηκαν ορθά. Ή για να είμαστε πιο ακριβείς, η Ιστορία δεν τα μετέφερε ορθά. Ο εθνικισμός αποδείχθηκε αήττητος κατατροπώνοντας τον φιλελευθερισμό και φθάνοντας μάλιστα και στις πιο ακραίες εκφάνσεις του όταν η Ευρώπη κυρίως του Μεσοπολέμου μετατράπηκε σε φυτώριο δικτατόρων ( Μουσολίνι, Χίτλερ, Φράνκο, Μεταξάς, Κουίσλιγκ κ.ά.). Από την άλλη η βιομηχανική επανάσταση λόγω κυρίως έλλειψης ηθικής οδήγησε στη λειτουργία ενός ακραίου καπιταλισμού με αντίπαλο δέος την ανάλυση του Μαρξ, η οποία όμως κι αυτή μεταφράστηκε και παραποιήθηκε βάναυσα γεννώντας στην πορεία του 20ού αιώνα δεκάδες κόκκινους δικτάτορες (Στάλιν, Μάο Τσε Τουγκ, Τσαουσέσκου, Εμβέρ Χότζα, Κιμ Ιλ Σουγκ).

Γάλλοι - Γερμανοί

Οι πρώτοι που προσπάθησαν να μετατρέψουν το μαχαίρι της Ιστορίας σε εργαλείο ειρήνης, να μοιράσουν δηλαδή το ψωμί με τον γείτονά τους, ήταν οι Γάλλοι και οι Γερμανοί. Μια ομάδα ιστορικών ενθαρρυμένοι από τη συνθήκη του Λοκάρνο (1925) που καθόριζε μεταξύ άλλων τα σύνορα Γερμανίας - Γαλλίας μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συγκεντρώθηκαν σε μια προσπάθεια να γράψουν από κοινού την Ιστορία των δύο χωρών. Η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε άδοξα μετά την αναρρίχηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Το εγχείρημα επανήλθε το 1952 με την  ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, η οποία αποτέλεσε την πρώτη προσπάθεια οικονομικής ενοποίησης του ευρωπαϊκού χώρου. Το βιβλίο γράφτηκε αλλά δεν εγκρίθηκε ποτέ από τις εκπαιδευτικές αρχές των δύο χωρών. Έπρεπε μάλλον να περάσουν άλλα 11 χρόνια για να υπογραφεί το 1963 το Γαλλογερμανικό σύμφωνο και άλλα 40 από τότε, μέχρι ο Γάλλος Πρόεδρος Ζακ Σιράκ και ο Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Στρέντερ να συμφωνήσουν το 2003 στη συγγραφή ενός κοινού βιβλίου Ιστορίας, υπό την πίεση ψηφίσματος της Γαλλογερμανικής Βουλής των Εφήβων. Το βιβλίο αυτό παρουσιάστηκε σε τρεις τόμους στα γαλλικά και τα γερμανικά το 2006, καλύπτει την περίοδο 1815-1945 και έκτοτε διδάσκεται σε μαθητές ηλικίας 15-18 σε λύκεια, αφού εγκρίθηκε από τις εκπαιδευτικές αρχές των δύο χωρών. 

Τα προβλήματα

Το βιβλίο υπό τον τίτλο Histoire-Geschichte δεν ήταν ένα καθόλου εύκολο εγχείρημα, σύμφωνα με τον Niilo Kauppi (A Political Sociology of Transnational Europe). Τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Γάλλοι ιστορικοί προβληματίστηκαν σε 3 άξονες:
• Πώς θα παρουσιάσουν τις σκληρές πολεμικές αντιπαραθέσεις των δύο χωρών που ξεκίνησαν από το 1840, εντάθηκαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ολοκληρώθηκαν το 1945 με τον Β΄ Παγκόσμιο;
• Ποια από τα χιλιάδες γεγονότα έπρεπε να τεθούν ενώπιον των μαθητών;
• Ποια παιδαγωγική μέθοδος έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για τη διδασκαλία του βιβλίου;
Το βιβλίο σαφώς και δεν είναι τέλειο, σημειώνει ο συγγραφέας του κεφ. 11 του προαναφερθέντος βιβλίου Stefan Seidendorf (Evaluating the intergrative force of teaching History). Όλως παραδόξως, όμως, οι μεγάλες διαφωνίες δεν προέκυψαν, ούτε σε ό,τι αφορά τα ιστορικά γεγονότα, ούτε στην επιλογή των κεφαλαίων. Ως μεγαλύτερο πρόβλημα εμφανίστηκε η παιδαγωγική προσέγγιση του βιβλίου, με τους Γερμανούς να επιμένουν σε πιο κριτική θεώρηση των γεγονότων και τους Γάλλους απλώς να αρκούνται  περισσότερο στην καταγραφή τους, επιτρέποντας στους μαθητές να κρίνουν από μόνοι τους.
 
Η Ιστορία ενώνει

Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι παρότι υπήρχε η διάθεση το κοινό βιβλίο Ιστορίας των Γερμανών και των Γάλλων, οι οποίοι θρήνησαν τον θάνατο εκατ. πολιτών τους στα πεδία των μαχών, προκάλεσαν 2 Παγκόσμιους πολέμους για την κυριότητα των επαρχιών της Αλσατίας και της Λωραίνης, προσφυγοποιώντας εκατ. ανθρώπους, αυτό έγινε εφικτό όταν υπήρξαν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες. Όταν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και σήμερα της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Ιστορία κρίθηκε ως το καταλληλότερο εργαλείο για τη δημιουργία ευρωπαϊκής συνοχής.
Το παράδειγμα των δύο χωρών φαίνεται να βρίσκει ανταπόκριση, αφού ήδη βρίσκονται παρόμοια προγράμματα σε εξέλιξη  μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας και Τσεχίας, αλλά και μεταξύ Σλοβακίας και Ουγγαρίας. Πολύ πρόσφατα ανακοινώθηκε και η σύσταση ανάλογης επιτροπής μεταξύ Γερμανών και Ρώσων ιστορικών, επιβεβαιώνοντας τη ρήση του Oscar Wilde «ότι το μόνο καθήκον μας απέναντι στην Ιστορία είναι να την ξαναγράψουμε». 

Η Ιστορία χωρίζει

Κάτι ανάλογο έχει επιχειρηθεί και μεταξύ των Βαλκανικών χωρών με πρωτοβουλία του Κέντρου για τη Δημοκρατία και τη Συμφιλίωση στη Νοτιανατολική Ευρώπη (CDRSEE), με την προσπάθεια, ωστόσο, να περιορίζεται στην καταγραφή πρωτογενών κυρίως πηγών από διάφορες βαλκανικές χώρες για να μπορούν οι μαθητές τουλάχιστον να κρίνουν από μόνοι τους, πώς οι υπόλοιποι Βαλκάνιοι γείτονές τους κινήθηκαν και έβλεπαν την πορεία της δημιουργίας και επέκτασης των κρατών τους. Η σειρά αυτή κυρίως στον ελληνικό χώρο καταγγέλθηκε ως εγχείρημα παραχάραξης της Ιστορίας, η δε συντονίστρια του έργου καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου Χριστίνα Κουλούρη χαρακτηρίστηκε από τους όψιμους «Λεωνίδες» του έθνους, που τάχθηκαν να φυλάσσουν «Θερμοπύλες», ως ο νέος «Εφιάλτης» του ελληνισμού, αφού όπως έγραψαν, «ανέλαβε εργολαβικά να αποδομήσει την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων».
   
Βεβαίως υπάρχουν και χειρότερα. Η  Κίνα το 2005 συνταράχθηκε από μαζικές διαδηλώσεις κατά της Ιαπωνίας και απειλήθηκε ακόμα και σύρραξη, γιατί κατά τους ισχυρισμούς των Κινέζων η Ιαπωνία εισήγαγε στα εκπαιδευτικά ιστορικά της βιβλία κείμενα προπαγανδιστικού περιεχομένου που στην ουσία ξέπλεναν τις ευθύνες της Ιαπωνίας στον Β΄ Παγκόσμιο, μια φάση του οποίου ήταν και κατάληψη μέρους της περιοχής της Σαγκάης από τους Ιάπωνες. Αν το θέμα της συγγραφής της Ιστορίας μεταφερθεί με τις προαναφερθείσες αναλογίες στις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, μπορεί κάποιος να αναλογισθεί πόσους ποταμούς αιμάτων και πόση ανθρώπινη δυστυχία ακόμη μας περιμένει. Ίσως είναι κάτι αναπόφευκτο, αφού το μοναδικό, καθολικό και αδιαμφισβήτητο εύρημα της Ιστορίας μέχρι σήμερα είναι ότι η  ντροπή του ανθρώπινου είδους είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.


Ιστορία και Κύπρος


Στην Κύπρο τα πράγματα είναι επίσης τραγικά. Εδώ και χρόνια ιδρύονται και διαλύονται ομάδες ιστορικών οι οποίοι δεν έχουν εντολή να εξετάσουν την Ιστορία της χώρας μας σε σχέση με άλλες χώρες. Στην Κύπρο ακόμα η αντιπαράθεση βρίσκεται στο ποια είναι η δική μας εκδοχή της Ιστορίας, με το πλαίσιο καταγραφής της να κινείται στη λογική ενός κομματικού ύστερου εξορθολογισμού. Με λίγα λόγια καλούνται διάφοροι ιστορικοί με κομματικές και ιδεολογικές ιδιότητες, οι οποίοι συζητούν τη συγγραφή της νεώτερης κυπριακής Ιστορίας στο πλαίσιο της ικανοποίησης και δικαίωσης των κομμάτων που τους προτείνουν. Στην περίπτωσή μας ισχύει αυτό που είπε ο Τζορτζ  Όργουελ ότι «όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει και το μέλλον». 
Υπάρχουν όμως και σοβαρά δομικά και παιδαγωγικά προβλήματα που αφορούν τη μάθηση της Ιστορίας, επειδή διδάσκεται αποσπασματικά και εντελώς απομονωμένα από το διεθνές ιστορικό γίγνεσθαι. Έτσι άθελά της καλλιεργεί έναν ανόητο τοπικισμό σε συνδυασμό με μιαν απόλυτη εξάρτηση από την ελλαδική ιστοριογραφία. Για παράδειγμα όταν διαβάζει κανείς τα κύρια και βασικά εγχειρίδια που έρχονται εξ Ελλάδος, η Κύπρος είναι ανύπαρκτη. Πρέπει ο καθηγητής να ανατρέξει σε άλλα κακογραμμένα βιβλία που δίνονται συμπληρωματικά από το υπουργείο Παιδείας και να προσπαθήσει να διασυνδέσει τη συμμετοχή της χώρας και στους δύο Παγκοσμίους Πολέμους, στους Βαλκανικούς Πολέμους, να κατανοήσει την Οθωμανοκρατία, την παγκόσμια αποικιοκρατία και την Αγγλοκρατία, να αντιληφθεί τη γέννηση του ενωτικού κινήματος, να κατανοήσει τις αντιδράσεις των Τουρκοκυπρίων και να αντιληφθεί τις στρεβλώσεις του δικού μας αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ, ο οποίος δεν ήρθε από το πουθενά, αλλά συμβάδιζε με δεκάδες παρόμοια κινήματα σε άλλες περιοχές του κόσμου. Να αντιληφθεί δηλαδή κάτι απλό: ότι δεν είμαστε κάτι αποσπασματικό και ξεκομμένο, αλλά μέρος του κόσμου.
Με λίγα λόγια δεν καταφέραμε μεταξύ μας να γράψουμε ένα βιβλίο της Ιστορίας των Ελληνοκυπρίων. Σκεφτείτε λοιπόν πόσο ακόμα απέχουμε από το εγχείρημα να κάτσουμε στο ίδιο τραπέζι και να δούμε την Ιστορία μας μαζί με τους Αρμενίους και τους Μαρωνίτες (τους οποίους αδικούμε με τις έως τώρα καταγραφές) οι οποίοι ήρθαν στην Κύπρο με τις μετακινήσεις πληθυσμών για να την προστατέψουν από τις αραβικές επιδρομές μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Σκεφτείτε πόσο απέχουμε να δούμε τα θέματα της κοινής Ιστορίας μας με τους Τουρκοκύπριους.
Με τα σημερινά δεδομένα και με ορατά τα ελλείμματα ιστορικής ακαδημαϊκής ακεραιότητας και πολιτικής επάρκειας, μόνο με διάθεση χιούμορ μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς την κατάσταση. Αναφέροντας δηλαδή ότι την καταγραφή και τον ρουν της Ιστορίας αναλαμβάνουν οι σημερινοί μαθητές-σπουδαστές την οποία αναπαράγουν ως αυριανοί πολίτες στα καφενεία. Εμπνεόμενοι βέβαια όχι από επιστημονικά συγγράμματα, αλλά από τα στερεότυπα των εθνικών ενδοσχολικών εορτών, που ξεκινούν από τη νηπιακή εκπαίδευση και φθάνουν μέχρι το Πανεπιστήμιο, μέσα από τις οποίες δημιουργούμε όχι έστω έναν υγιή εθνισμό, αλλά οικοδομώντας την εθνική μας ανοησία. Όπως είπε κάποτε ο δημοσιογράφος και μέγας χιουμορίστας Φράνκλιν Τζόουνς, «όταν  ένας σπουδαστής αλλάζει τον ρουν της Ιστορίας, κατά πάσαν πιθανότητα δίνει εξετάσεις», για να τον επιβεβαιώσουν άπειρα μαργαριτάρια εξετάσεων στη συνέχεια. Όπως αυτό που έγραψε νεαρός υποψήφιος αστυνομικός το 1990 στην Αθήνα όταν έπρεπε να απαντήσει στην ερώτηση ποιος ήταν ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών. Με ύφος λοιπόν 100 καρδιναλίων έγραψε: «Ατρόμητος Έλλην Στρατάρχης, ο οποίος κοίταξε κατάματα τον εισβολέα και με τα λίγα περσικά που ήξερε του είπε: Μολών λαβέ».

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Ποιος αμφισβητεί τη Δημοκρατία;


 
Δεν υπάρχει Κύπριος που τις μέρες αυτές να μην αισθάνεται απόγνωση για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι προσωπικές και θεσμικές σχέσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον γενικό εισαγγελέα. Μια γρήγορη περιδιάβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καταγράφει απογοήτευση, θυμό, σχεδόν απελπισία. Πόσο δικαιολογημένα είναι αυτά τα συναισθήματα;
Ας ξεκινήσουμε από μια παραδοχή: οι διορισμοί στα δημόσια αξιώματα επί κανενός Προέδρου δεν έγιναν αξιοκρατικά. Υπάρχει έντονο στοιχείο υποκειμενισμού και επιπλέον έχουν ως βασική αφετηρία όχι κατ' ανάγκη τον διορισμό των άριστων, αλλά των εύχρηστων.

Σε σχέση βέβαια με τη δεκαετία του 1960 θα πρέπει επίσης να κάνουμε ακόμα μία παραδοχή προόδου: έκτοτε έχουμε μεν διανύσει 55 χρόνια Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά σύμφωνα με πολλούς κοινωνιολόγους, για να ωριμάσει θεσμικά μια πολιτεία χρειάζεται ένας κύκλος εμπειριών πέριξ των 150 χρόνων. Από πού ξεκινήσαμε και πού βρισκόμαστε σήμερα;

  • Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για παράδειγμα, πλην του ΑΚΕΛ, δεν είχαμε κόμματα. Εν μια νυκτί, και συγκεκριμένα την 6η Φεβρουαρίου 1969, ο τότε Πρόεδρος και ταυτόχρονα Αρχιεπίσκοπος έδωσε εντολή να δημιουργηθούν 3 νέα κόμματα ως αντίβαρο στην πρόθεση του Γλαύκου Κληρίδη να ιδρύσει την ίδια μέρα το Ενιαίο Κόμμα. Ο προσωπικός γιατρός του Μακαρίου, ο δρ Βάσος Λυσσαρίδης, ίδρυσε την ΕΔΕΚ, ο εκδότης και αγωνιστής της ΕΟΚΑ Νίκος Σαμψών ίδρυσε το Προοδευτικό Κόμμα και ο Οδυσσέας Ιωαννίδης με λεφτά τού Συνεργατισμού και ιθύνοντα νουν τον διοικητή του Ανδρέα Αζίνα ίδρυσε την Προοδευτική Παράταξη. Οι εκλογές έγιναν το 1970, με τον Μακάριο να καθορίζει και τα ποσοστά. Το ΑΚΕΛ, αν και εκπροσωπούσε το 35% των ψηφοφόρων, βολεύτηκε με 9 βουλευτές. Με τις ψήφους που του περίσσευαν πριμοδότησε την ΕΔΕΚ που εξέλεξε δύο βουλευτές, τον Λυσσαρίδη στη Λευκωσία και τον Χρ. Χριστοφίδη στη Λάρνακα. Επίσης, πριμοδοτήθηκε η Προοδευτική Παράταξη, κυρίως στην Αμμόχωστο, που εξασφάλισε 30,2% των ψήφων, ενώ στην υπόλοιπη Κύπρο μόνο 8,8%, εκλέγοντας επτά βουλευτές, μεταξύ των οποίων και ο Σαμψών. Η πριμοδότηση της Προοδευτικής ήταν επινόηση του Μακαρίου για να μην αποκτήσει αυτοδυναμία στη Βουλή το Ενιαίο, το οποίο εξέλεξε τους 15 από τους 35 βουλευτές. Πώς μπορούσε ένας Πρόεδρος που στις πρώτες εκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 13 Δεκεμβρίου 1959 εξελέγη με το 66% να αποκτήσει στη συνέχεια ρόλο εθνάρχη και να κερδίζει τις επόμενες με 95%; Όλο αυτό το σούργελο, δίκην πολιτικής ζωής, είχε ως αφετηρία τα γεγονότα του 1963. Η αποχώρηση των Τ/Κ και η τροποποίηση του Συντάγματος δυνάμει του δικαίου της ανάγκης κατέστησε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας απόλυτο μονάρχη. Ο οποίος με κόμματα-μαριονέτες και ανεξάρτητους αξιωματούχους πλήρως ελεγχόμενους έκοβε, έραβε και γιαούρτωνε τους πολιτικούς του αντιπάλους. Οι Τ/Κ, ως αντίπαλο ή ως εξισορροπητικό δέος, χάθηκαν στους θύλακες, ο δε Γρίβας, που επιστρατεύτηκε από τους εθνικιστές, αποδείχθηκε πέρα από πολιτικά ανόητος και απρόβλεπτα επικίνδυνος.
  • Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, λόγω πραξικοπήματος, εισβολής και κατοχής, το πολιτικό σύστημα δέχτηκε ένα ισχυρό κτύπημα. Ο θάνατος επίσης του αδιαμφισβήτητου εθνάρχη Μακαρίου το 1977 απελευθέρωσε αρκετή καταπιεσμένη πολιτική ενέργεια. Τα κόμματα, κυρίως ο ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ, οργανώθηκαν πάνω σε πιο δημοκρατικά, αλλά πάντα, πελατειακά πρότυπα. Η ΕΔΕΚ, υπό τη σκιά του αντιστασιακού πλέον Βάσου Λυσσαρίδη, παρέμεινε ακραία αρχηγικό κόμμα με εθνικιστική ρητορική, ενώ το ΑΚΕΛ παρέμεινε σταθερά το κόμμα στο οποίο ελέω δημοκρατικού συγκεντρωτισμού πάντοτε περίσσευε η συλλογική σοφία του ενός. Θα πρέπει να λεχθεί βέβαια ότι η βαριά παράδοση που άφησε πίσω του ο Μακάριος δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να υπερκερασθεί. Μεταξύ μας, κανένας δεν ήθελε να αλλάξει!
  • Έτσι από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 το πολιτικό κατεστημένο της χώρας επανεφηύρε την Κυπριακή Δημοκρατία! Θυμηθήκαμε και τη σημαία της, την οποία φιλοτέχνησε ο Τουρκοκύπριος ζωγράφος Ισμέτ Γκουνέι, και διατυπώσαμε το νέο μας δόγμα: οικονομική ανάπτυξη, η οποία σε κάποια στιγμή άρχισε να χαρακτηρίζεται και θαύμα και, βεβαίως, στήριξη της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία το 1964 διά του ψηφίσματος 186 και παρά την εισβολή του 1974 παρέμενε αναγνωρισμένο κράτος πλήρως ελεγχόμενο από τους Ελληνοκυπρίους. Τι σήμαινε αυτό στην πράξη; Καμιά τροποποίηση του Συντάγματος, διότι, δήθεν, θα έδινε αφορμές στους Τουρκοκυπρίους να αμφισβητήσουν τη συνταγματική νομιμότητα της ΚΔ. Με λίγα λόγια, ο εκάστοτε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενδεδυμένος και με τις εξουσίες του Τ/Κ αντιπροέδρου, μπορούσε και στη δεκαετία του '90 αλλά και του 2000 να λειτουργεί ως εκλεγμένος δικτάτορας με τη συνδρομή μιας ομάδας ανεξάρτητων αξιωματούχων που λειτουργούσαν δίπλα του ως υπάλληλοι και μιας ομάδας μεγαλοκαρχαριών οι οποίοι την επομένη της εκλογής του τάσσονταν στο πλευρό του.
  • Το 2004 υπήρξε μια ευκαιρία, μέσω λύσης, να αποκτήσουμε ένα νέο Σύνταγμα διά της επανενσωμάτωσης των Τουρκοκυπρίων, έχοντας μάλιστα κερδίσει και την ένταξή μας στην ΕΕ. Στη συντριπτική του πλειονότητα το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο με ηγέτη τον Τάσσο Παπαδόπουλο τάχθηκε εναντίον της λύσης. Σήμερα μπορούμε πολύ πιο καλά να αντιληφθούμε τις προθέσεις που στοιχήθηκαν πίσω από το βροντερό εκείνο «ΟΧΙ» της 24ης Απριλίου. Οι μεγαλοκαρχαρίες μέσω του Χρηματιστηρίου κατέκλεψαν το 1999 τις οικονομίες του κυπριακού λαού και τα επένδυσαν σχεδόν όλα στη γη, ανεβάζοντας τις τιμές στα επίπεδα φούσκας. Την ίδια περίοδο οι μεγαλοδικηγόροι άρχισαν να ξεπλένουν τα ρωσικά δισεκατομμύρια στις κυπριακές τράπεζες, οι οποίες από επαρχιακά συνεργατικά μετατράπηκαν ξαφνικά σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα παγκόσμιας εμβέλειας με καταθέσεις πέραν των 80 δισ., με υποκαταστήματα στη Ρωσία, την Ελλάδα και τα υπόλοιπα στα Βαλκάνια. Γιατί λοιπόν να θέλουν λύση; Η λύση για αυτούς θα ήταν καταστροφή, διότι θα άνοιγαν τα μεγάλα φιλέτα γης στην κατεχόμενη Κύπρο, με αποτέλεσμα να πέσουν οι τιμές των οικοπέδων και των επαύλεών τους που έκτιζαν στον νότο. Έργα τα οποία χρηματοδότησαν οι τράπεζες με φουσκωμένα δάνεια από τις καταθέσεις των Κυπρίων και των Ρώσων. Έκαναν λοιπόν πλύση εγκεφάλου, κατατρομοκρατώντας ακόμα και τους πρόσφυγες ότι δεν ήταν προς το συμφέρον τους να πάρουν πίσω τη γη τους. Αντίθετα, όλοι πείστηκαν ότι πατριωτισμός είναι να δανείζεσαι μισό εκατ. λίρες για να αγοράσεις ένα σπίτι στη Λευκωσία, στη Λεμεσό ή εξοχικό στην Πάφο και την Αγία Νάπα, για να διασφαλίσεις τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κρατικής μας υπόστασης.
 Η δεύτερη «εισβολή»

Πολλοί ψηφοφόροι του «ΟΧΙ» του 2004 θα αμφισβητήσουν την πιο πάνω ανάλυση. Μετά την κατάρρευση της συστημικής φούσκας η οποία παρουσιαζόταν ως οικονομικό θαύμα και τον νόμο περί εκποιήσεων που πέρασε το Σάββατο ίσως αρχίσουν να κατανοούν τι λέω. Ίσως παραδεχθούν και τη σκληρή θέση ότι τελικά ψευδοκράτος δεν λειτουργεί μόνο στα κατεχόμενα από το 1983 αλλά υπάρχει και ένα άλλο ψευδοκράτος που λειτουργεί στον νότο από το 1964. Ίσως κατανοήσουν ότι τα μεγαλύτερα δεινά αυτού του τόπου προέκυψαν διότι ουδέποτε είχαμε ένα ισορροπημένο Σύνταγμα, και ως εκ τούτου: ουδέποτε είχαμε έναν Πρόεδρο συνθέτη απόψεων, αλλά έναν Λουδοβίκο που μας έλεγε «το Κράτος είμαι ΕΓΩ». Ουδέποτε είχαμε κόμματα που να λειτουργούν εκτός πελατειακής λογικής, ουδέποτε είχαμε ανεξάρτητους αξιωματούχους, ουδέποτε είχαμε σοβαρή δημόσια υπηρεσία, αλλά ούτε και δικαστική εξουσία, αν κρίνουμε από τις μάχες που χάθηκαν από τον απλό πολίτη μετά το σκάνδαλο του ΧΑΚ και εξής προς όφελος των μεγαλοκαρχαριών. Με βάση τα πιο πάνω, η κατάρρευση του πολιτικού και οικονομικού μας μοντέλου με τα μνημόνια και τα κουρέματα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια δεύτερη εισβολή. Το 1974, 150.000 Ε/Κ έχασαν τα σπίτια τους. Σήμερα, 400,.000 Ε/Κ ζουν στην ανεργία, κάτω από το όριο της φτώχειας, ή κινδυνεύουν να ξαναχάσουν τα σπίτια τους. Αυτήν τη φορά, όμως, όχι από την Τουρκία, αλλά από μιαν απύθμενα διεφθαρμένη ελίτ Ελλήνων Κυπρίων που μας διοικούσε, μας άρμεγε, και τη χειροκροτούσαμε από πάνω ως ηλίθιοι.



Τα πρώτα ρήγματα

Ίσως για αυτό, όταν άκουσα προ ημερών τον Κώστα Κληρίδη να λέει στον Πρόεδρο «ντροπή σου», μου ήρθε ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη. Το ξέσπασμα αυτό, αν και υπερβολικό, δεν μπορεί να απομονωθεί: θεσμικά ομιλούντες, το πρώτο ρήγμα επήλθε με την παραίτηση του γεν. εισαγγελέα Σόλωνα Νικήτα το 2005, όταν αηδίασε από τις διαπλοκές του Τάσσου, το δεύτερο το 2009 όταν προέκυψε η κόντρα του τότε διοικητή της Κεντρικής Αθανάσιου Ορφανίδη όταν ήρθε σε ανοικτή σύγκρουση με τον τότε Πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια. Ακολούθησε η κόντρα του επίσης διοικητή της Κεντρικής Πανίκου Δημητριάδη με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη. Τέλος, σήμερα βρίσκεται εν εξελίξει η κόντρα του Προέδρου με την επόμενη διοικήτρια της Κεντρικής, τη Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, ενώ υπάρχει ανοικτή κόντρα και με τον γενικό εισαγγελέα Κώστα Κληρίδη.
Όλες αυτές οι αντιπαραθέσεις που δεν εξηγούνται μόνο μέσα από την επίδειξη παντοδυναμίας των εκάστοτε Προέδρων αλλά και τη διαδικασία αυτονόμησης των ανεξάρτητων θεσμών, οπότε πολλές φορές μπορεί να είναι και ανεξέλεγκτες, δεν νομίζω ότι πρέπει να μας φοβίζουν. Είναι μικρές ενδείξεις ότι έχουμε μια Δημοκρατία που ωριμάζει. Με λίγα λόγια, δεν μπορούμε να καταφύγουμε στις γνωστές τακτικές του παρελθόντος, όπως εισηγήθηκε ο πρώην γενικός εισαγγελέας Αλέκος Μαρκίδης. Δηλαδή, να κλειστούν σε ένα δωμάτιο ο Κώστας Κληρίδης και ο Ρίκκος και να τα βρουν. Δηλαδή, να πάρει το πόρισμα Καλλή ο Κώστας Κληρίδης να το χώσει στη μούρη τού Ρίκκου και να του πει «αν στο εξής δεν είσαι καλό παιδί, θα το αφήσω να διαρρεύσει». Ή ο Ρίκκος να του αντιτείνει ότι θα πάει στην αστυνομία να τον καταγγείλει αν συνεχίσει να τον ενοχλεί. Ο τρόπος που λειτουργούν και οι δύο, δηλαδή «όλα στη φόρα», πιθανόν να πλήξει βάναυσα και τους δύο σε προσωπικό επίπεδο. Μακροπρόθεσμα όμως ενδυναμώνει τους θεσμούς, που πρέπει να λειτουργούν πάνω από άτομα.

Κρίση και Δημοκρατία

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Princeton David Runciman στο βιβλίο του «The Confidence Trap: A History of Democracy in crisis from World 1 to the Present», οι Δημοκρατίες των ΗΠΑ και της Αγγλίας ιστορικά εξελίχθηκαν μέσα από τη διαφθορά που επέφερε η διασύνδεσή τους με το υπερβολικό χρήμα. Για αυτόν τον λόγο κινήθηκαν πάντα μέσα από επιτυχίες και αποτυχίες, αλλά οι πολίτες δεν πρέπει να απογοητεύονται από αυτό. Οι μεγάλες κρίσεις που ενσκήπτουν, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα, δεν αποκαλύπτουν πάντα μεγάλες αλήθειες. Ούτε οι Δημοκρατίες μαθαίνουν πολλά από τις κρίσεις, για αυτό και επαναλαμβάνουν τα λάθη τους. Εξάλλου μέρος της Δημοκρατίας είναι και το δικαίωμα να αγνοείς το παρελθόν σου. Για να καταλήξει: «Οι Δημοκρατίες, σε αντίθεση με τις απολυταρχίες, δεν είναι φαταλιστικές και άτεγκτες, αλλά επιβιώνουν μέσα από την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος. Οι Δημοκρατίες, με λίγα λόγια, μπορούν να εξελίσσονται και να διαφοροποιούνται μέσα από μικρές και ανεπαίσθητες, πολλές φορές, αλλαγές που συντελούνται στον τρόπο σκέψης των πολιτών τους.
Από την άλλη, ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Yale Stein Ringen στο βιβλίο του «Nation of Devils: Democratic Leadership and the Problem of Obedience» επισημαίνει ότι σε ένα δημοκρατικό καθεστώς «η κυβέρνηση πρέπει να κυβερνά και οι πολίτες να ακολουθούν». Υπό οποιουσδήποτε όρους; Βεβαίως όχι! «Αυτό που πρέπει να μας προβληματίζει περισσότερο», τονίζει, «είναι αν έχουμε καλή ή κακή κυβέρνηση, και ποια η δυνατότητα των θεσμών αλλά και των πολιτών να ελέγχουν την εξουσία».
Στην Κύπρο δυστυχώς βρισκόμαστε μακριά από τη δημιουργία μιας τέτοιας πολιτικής κουλτούρας. Εξακολουθώ όμως να δηλώνω αισιόδοξος, παρότι τόσο ο Δημήτρης Χριστόφιας όσο και ο Νίκος Αναστασιάδης μπορούν να αισθάνονται δυστυχείς διότι στην ιστορία της κυπριακής προεδρίας υπήρξαν οι πλέον «αδύναμοι θεσμικά» Πρόεδροι. Αυτό δεν θα πρέπει να το εκλαμβάνουν ως προσωπική πολιτική τους αποτυχία, αλλά ως μια επιτυχία της ίδιας της κοινωνίας, η οποία σταδιακά αποκτά δημοκρατικά και συνάμα πατριωτικά αντανακλαστικά. Όπως κάποτε είπε ο Αμερικανός συγγραφέας Έντουαρντ Άμπι, «ένας πατριώτης πρέπει να είναι πάντα έτοιμος να υπερασπίσει τη χώρα του ενάντια στην κυβέρνησή του». Αυτή η στάση ενισχύει τη Δημοκρατία και απελευθερώνει από τους ώμους των πολιτικών ένα βάρος που ούτως ή άλλως δεν μπορούν να σηκώσουν μόνοι τους.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Από τον Αυξεντίου στον Αναστασιάδη


Τι σχέση μπορεί να έχει ο Γρηγόρης Αυξεντίου με τον Νίκο Αναστασιάδη; Εκ πρώτης όψεως η σύγκριση μπορεί να φαίνεται ανεδαφική έως και προκλητική, λόγω πολλαπλών διαφορετικών  παραμέτρων: Για παράδειγμα συγκρίνουμε δύο ανθρώπους διαφορετικών εποχών. Συγκρίνουμε έναν αναγνωρισμένο ήρωα του αντιαποικιακού αγώνα με έναν πολιτικό που είτε το θέλουμε, είτε όχι, είναι μέρος του πολιτικού κατεστημένου της χώρας μας. Συγκρίνουμε έναν φλογερό και ανυποχώρητο μαχητή της ελευθερίας με έναν πολιτικό που είναι υποχρεωμένος να ζει μέσα από καθημερινούς συμβιβασμούς εφευρίσκοντας συναινέσεις.

         
Θα ήθελα εδώ να θέσω ακόμα ένα ερώτημα που ίσως και πάλιν φανεί περίεργο: Μήπως η σχέση Αυξεντίου - Αναστασιάδη μπορεί να περιγραφεί σε ιστορικό επίπεδο ως η σχέση εκείνη που έχουν οι σκυταλοδρόμοι μιας τεράστιας σκυταλοδρομίας, όπου ο κάθε αθλητής/πατριώτης διανύει μια συγκεκριμένη απόσταση και παραδίδει στον επόμενο; Μια σχέση δηλαδή όπου ο καθένας πρέπει να κάνει το καθήκον του και να δώσει το άπαν των δυνάμεών του με στόχο να τερματίσει η ομάδα/χώρα του; Βεβαίως κι εδώ υπάρχει αντίλογος: Κάποιοι ίσως αντιτείνουν ότι οι δύο άνδρες τρέχουν σε διαφορετική σκυταλοδρομία. Ο Αυξεντίου διάνυσε μια απόσταση και έδωσε τη σκυτάλη στον Παλληκαρίδη με στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο Αναστασιάδης τρέχει μια σκυταλοδρομία παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Μακάριο, τον Βασιλείου, τον Κληρίδη και τον Χριστόφια για να βρει λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Άσπρο - Μαύρο

Αν θέλουμε να παραμείνουμε στη λογική της καθαρής και στοχευόμενης σκυταλοδρομίας, το άρθρο τελειώνει κάπου εδώ, αφού στην Κύπρο διεξάγονται πολλές σκυταλοδρομίες με διαφορετικό σημείο τερματισμού. Τα πράγματα είναι δηλαδή για κάποιες ομάδες τόσο απόλυτα, που αισθάνονται ότι δεν μπορούν καν να συνυπάρξουν στο ίδιο αθλητικό στάδιο. Νομίζω όμως ότι αξίζει να προχωρήσουμε ακόμα λίγο τη σκέψη μας έχοντας ως οδηγό μας την Ιστορία.

  • Ο ήρωας Γρηγόρης Αυξεντίου και μαζί του ολόκληρη η Κύπρος έδωσε μιαν άνιση μάχη με μια αυτοκρατορία και την έχασε. Και δεν την έχασε γιατί δεν ήταν επαρκώς γενναίος ή γιατί δεν είχε στόχο. Τα είχε και τα δύο. Ήταν γενναίος και είχε ως στόχο την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Βεβαίως από έναν ανθυπολοχαγό του ελληνικού στρατού δεν είχε κανείς την απαίτηση να έχει γεωπολιτική ανάλυση ή να γνωρίζει τι παίζεται πίσω από κλειστές πόρτες. Ως στρατιώτης πήρε εντολή να πολεμήσει και έκανε το καθήκον του μέχρι που οι «χοντρές ελληνικές κοκκάλες του» έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς. Υποκλινόμαστε, παρότι μπαίνουμε στον πειρασμό να κάνουμε μια παρατήρηση:  Όσο περίσσευμα λεβεντιάς και αυτοθυσίας υπήρξε σε εκείνη τη σπηλιά του Μαχαιρά της Κύπρου, άλλο τόσο έλλειμμα πολιτικής ηγεσίας ήρθε να το αντισταθμίσει και εν τέλει να το εξουδετερώσει. Μια ομάδα Κυπρίων εθνικιστών στην Αθήνα, ο Μακάριος και ο Γρίβας, παρά τις περί του αντιθέτου συμβουλές της ελληνικής κυβέρνησης, ανέλαβαν έναν αγώνα του οποίου ο στόχος ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Το αίτημα για Ένωση της Κύπρου τέθηκε στο τραπέζι το 1827 επί ηγεσίας Καποδίστρια στο Ναύπλιο, επανατοποθετήθηκε το 1864 μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων στην Ελλάδα, τέθηκε το 1878 με την εκμίσθωση της Κύπρου στην Αγγλία, τέθηκε ως αντάλλαγμα της συμμετοχής της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο το 1915 και αργότερα με τη συμμετοχή της κυπριακής αντιπροσωπείας στη σύνοδο των Βερσαλλιών στο Παρίσι. Οι συνθήκες των Βερσαλλιών τέλειωσαν πολιτικά αυτό το όνειρο δίνοντας ξεκάθαρο ορισμό στο αποδεκτό πλέον δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών με τον τρόπο που το όρισε ο Αμερικανός Πρόεδρος Γουίλσον.
  • Παρόλα αυτά θα μπορούσε να γίνει ο αγώνας του 1955-59; Η απάντηση είναι θετική και η ερώτηση ανιστόρητη, έχοντας ως δεδομένο ότι οι Άγγλοι δεν έδειχναν σοβαρή διάθεση να κινηθούν προς την ανεξαρτησία της χώρας. Δεκάδες άλλοι λαοί εξάλλου την ίδια περίοδο πολεμούσαν για τον ίδιο στόχο. Αν υπήρχε κάτι λάθος, για το οποίο ουδείς ενημέρωσε τον Αυξεντίου ή τον Μάτση ή τον Παλληκαρίδη, είναι ότι ο αγώνας για Ένωση με ένα άλλο κράτος ήταν χαμένος εξ υπαρχής. Αν υπήρχε μια πολιτική ηγεσία με βάθος σκέψης θα καθοδηγούσε τον αγώνα προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας. Εν τοιαύτη περιπτώσει ο Αυξεντίου θα πολεμούσε με τον Μεχμέτ τον Τουρκοκύπριο, τον Γκεβόργκ τον Αρμένιο και τον Φραγκίσκο τον Μαρωνίτη για μια κοινή πατρίδα. Με αυτό τον τρόπο ίσως δεν θα φτάναμε ποτέ σε καμιά συνθήκη Ζυρίχης - Λονδίνου, ούτε σε δοτό Σύνταγμα, ούτε σε εγγυήτριες δυνάμεις. Εγγυητής της νέας χώρας θα ήταν το δίκαιο αίμα των παλληκαριών της. Με λίγα λόγια η λάθος στοχοθέτηση του αγώνα (παρότι είναι κατανοητή η στάση του 80% των Ελλήνων που ήθελαν να επιβάλουν τη βούλησή τους) έφερε και τους Έλληνες και τους Τούρκους αρχικά σε μια αιματηρή αντιπαράθεση και αργότερα σε ένα συμβιβασμό στη Ζυρίχη που δεν ήταν αποδεκτός σε κανένα. Το μοτίβο αυτό της μάχης των δικαιωμάτων της πλειοψηφίας έναντι του σεβασμού της μειοψηφίας είναι αυτό που παίχτηκε ξανά και ξανά το 1963 με το αίτημα αναθεώρησης του Συντάγματος, το 1967 με τα γεγονότα της Κοφίνου, το 1974 με το πραξικόπημα και την εισβολή, το 1977 με τις συμφωνίες υψηλού επιπέδου, το 1983 με την ανακήρυξη ψευδοκράτους, το 2004 με την απόρριψη του σχεδίου λύσης και τη μονομερή ένταξη των Ελληνοκυπρίων στην ΕΕ και την Ευρωζώνη.

    

 Ο Αναστασιάδης

Με βάση τα προαναφερθέντα θα μπορούσε σήμερα ο πολιτικός Νίκος Αναστασιάδης να πάρει τη σκυτάλη από τον Γρηγόρη Αυξεντίου, να σταθεί προκλητικά και με το γνωστό πάθος που έδειξε το 2004 στη μέση του στίβου φωνάζοντας: «Ώς εδώ και μη παρέκει!» Θα μπορούσε να δει την Κύπρο ολικά, συνθετικά μαθαίνοντας από τα πάθη και τα παθήματα του παρελθόντος;  Θα μπορούσε δηλαδή να πάρει τη σκυτάλη στο χέρι, να πιάσει τον Έρογλου ή τον Ακκιντζί ή τη Σιμπέρ από το μπράτσο και να τους πει: «Κύριοι, αν θέλετε κάποια στιγμή να τερματίσει αυτή η αδιέξοδη και ατέρμονη πολυ-σκυταλοδρομία χρειαζόμαστε μια σκυτάλη και μια κοινή προσπάθεια».

Για να το κάνει αυτό βέβαια σήμερα χρειάζεται, πέρα από το απαράμιλλο θάρρος του Αυξεντίου, ακόμα πολύ περισσότερα. Χρειάζεται τη στωικότητα και την αποφασιστικότητα του Μαχάτμα Γκάντι, χρειάζεται το όραμα του Μάρτιν Λούθερ Κιγκ, τον ρεαλισμό του Νέλσον Μαντέλα και τη φαντασία (imagine all the people) ενός Τζον Λένον. Είναι ομολογουμένως δύσκολο το φορτίο για σένα φίλε μου Νίκο Αναστασιάδη γιατί πλέον η σύγκριση με τον Αυξεντίου του απλού και ηρωικού εκείνου ’55 δεν αρκεί. Πρέπει να τον ξεπεράσεις κατά πολύ για να μπορέσεις να γίνεις ο ήρωας που έχει σήμερα ανάγκη η Κύπρος.

Ζούμε κατά την ταπεινή μου άποψη σε μια εποχή εξίσου ηρωική με το παρελθόν. Μόνο που σήμερα ήρωας δεν μπορεί να είναι αυτός που θυσιάζει τη ζωή του ή παίρνει τη ζωή όσων νομίζει ότι προσβάλλουν τη θρησκεία του ή τον απειλούν στον γεωγραφικό χώρο που ζει. Ήρωας είναι αυτός που στο παγκόσμιο χωριό που ζούμε ξέρει να αγαπά τον συνάνθρωπό του. Ήρωας είναι αυτός που ανεξαρτήτως χρώματος και φυλής αγωνίζεται να βελτιώσει τη ζωή του, αλλά και τη ζωή των άλλων. Αυτό έχουμε ανάγκη σήμερα κ. Πρόεδρε και αυτό αναγνωρίζει ο κυπριακός λαός ως κυρίαρχο στόχο για τη χώρα μας. Μπορείς; Εγώ νομίζω πως μπορείς.