Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Το νοθευμένο κρασί του 1821




Ως φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής με κατεύθυνση την Ιστορία, είχα μεταξύ άλλων την υποχρέωση να αποδελτιώσω έναν εκ των απομνημονευματογράφων του αγώνα του 1821. Διάλεξα τα απομνημονεύματα του Παλαιών Πατρών Γερμανού από περιέργεια περισσότερο. Ήθελα να δω πώς περιγράφει εκείνες τις ηρωικές στιγμές της 25ης Μαρτίου όταν μπροστά σε όλους τους Έλληνες οπλαρχηγούς κήρυξε την επανάσταση. Διήλθα το σύντομο βιβλιαράκι που δανείστηκα από το σπουδαστήριο ιστορίας, αλλά με έκπληξη διαπίστωσα μια… μεγάλη παράλειψη. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός δεν έλεγε ούτε λέξη για τη μεγαλύτερη στιγμή της ζωής του. Η έκπληξή μου συνοδεύτηκε από το καλοκάγαθο χάχανο της μακαριστής καθηγήτριάς μου Βασιλικής Παπούλια, η οποία με διαβεβαίωσε ότι αυτή την ιστορία την κατέγραψε μετά από 30 χρόνια ένας Γάλλος περιηγητής, ο Πουκεβίλ, που περιδιάβασε την Ελλάδα για να γράψει το βιβλίο του. Η κατασκευή αυτού του μη ιστορικού γεγονότος δεν έγινε με κακή πρόθεση. Κάθε λαός αναζητά μια σημαδιακή ημερομηνία, ένα ξεκίνημα, το οποίο εν προκειμένω γεννήθηκε στην Αγία Λαύρα. Με την Εκκλησία να πρωτοστατεί σε αυτή την ασήμαντη χάλκευση για ευνόητους λόγους: «Η Εκκλησία είναι πάντα μπροστάρης στους απελευθερωτικούς αγώνες»!    
Χωρίς κανείς να υποβαθμίζει τη σημασία του αγώνα ενός λαού να κερδίσει την ελευθερία και την ανεξαρτησία του, ένας μεγαλύτερος αγώνας έχει να κάνει με το πώς στη συνέχεια γράφει την ιστορία του. Κι αυτό γιατί η σημασία της ιστορίας δεν έχει να κάνει με αυτούς που την έζησαν, αλλά μ’ αυτούς που θα τη διαβάζουν τις επόμενες δεκαετίες. Το εθνικό ήθος, με λίγα λόγια, που είναι το ζητούμενο από την ανάγνωση της ιστορίας, για να είναι «εθνικό» πρέπει να είναι και αληθές, κατά πώς το έγραψε και ο Διονύσιος Σολωμός.


Η διδασκαλία

Πώς μας «μεταλαμπαδεύεται» σήμερα σε πανελλήνια διδασκαλία η Επανάσταση του 1821; Επιτρέψτε μου εδώ μια παρέκβαση: Το ρήμα δεν χρησιμοποιείται τυχαία. Αρύεται τον συνειρμό του από την αρλούμπα δίκην συνέντευξης που έδωσε ο κ. Ζουράρις πρόσφατα σε έντυπο στην Αθήνα: «Εγώ είμαι Πυρίκαυστος Ελλάδα (…) που θα πατήσει ξανά πόδι στο Βερολίνο» με τους μεταφραστές της νοηματικής να τρέχουν και πάλιν να μην συφτάνουν. Πώς διδάσκεται όμως η ιστορία μας και δη η πιο σημαντική επανάσταση ενός έθνους, η οποία δρομολόγησε τη διαδικασία συγκρότησης κράτους, γέννησε τη Μεγάλη Ιδέα και τον Αλυτρωτισμό και εξέθρεψε (για να θέσουμε και την Κύπρο στη μεγάλη εικόνα) το ενωτικό κυπριακό κίνημα που έλκει την καταγωγή του από το 1827;
  • Υπηρετώντας το εθνικό ανάδελφο ψώνιο, δεν διδάσκεται συνδυαστικά με τον Διαφωτισμό, την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, ωσάν να προέκυψε από το πουθενά. Συνήθως τα βιβλία διδασκαλίας ξεκινούν με το συνέδριο του Βερολίνου του 1815, όπου λίγο-πολύ στη συνέχεια προβάλλεται η γνωστή απλοϊκή προσέγγιση ότι όλοι οι κακοί βασιλείς και αυτοκράτορες και ο παγκάκιστος Μέτερνιχ επιχείρησαν να την καταπνίξουν εν τη γενέσει της. Συμπέρασμα: Στο πολιτικό DNA των απανταχού Ελλήνων από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού αποτυπώνεται, εν είδει κόμπλεξ κατωτερότητας, η ψευδής εντύπωση ότι όλοι οι ξένοι μάς κατατρέχουν.
  • Εξωραΐζεται στα όρια της παραχάραξης η στάση της Εκκλησίας, στην οποία αποδίδεται εθναρχικός ρόλος. Στην πραγματικότητα ο επικεφαλής του έθνους πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ή ο Κύπριος εθνάρχης και φοροσυλλέκτης του σουλτάνου Κυπριανός, καθώς και οι περισσότεροι βολεμένοι Φαναριώτες, υπήρξαν υποχείρια του σουλτάνου. Όλοι αυτοί, μέχρι την πολιτικά σταθμισμένη εκτέλεσή τους για παραδειγματισμό, πολέμησαν με πάθος τους Έλληνες διαφωτιστές, αφόρισαν τον Ρήγα Φεραίο, έστειλαν εις το πυρ το εξώτερον τη Φιλική Εταιρεία, τον Υψηλάντη και τους επαναστατημένους στη νότια Ελλάδα. Ακόμα και τον ηρωικώς πεσόντα στο Μανιάκι Παπαφλέσσα τον χαρακτήριζαν «εξωνημένο». Συμπέρασμα: Στα παιδιά μας διδάσκεται ότι η Εκκλησία υψώνει λάβαρα ελευθερίας, ορκίζει παλικάρια, με αποτέλεσμα να συντηρεί ιστορικά έναν ρόλο ηθικού καθοδηγητή, δυσανάλογο της προσφοράς της, ο οποίος μάλιστα έχει εμφιλοχωρήσει και στον χώρο της πολιτικής, στη δε Κύπρο και στον χώρο της προνομιακής επιχειρηματικής δραστηριότητας.
  •  Υποβαθμίζεται η σφαγή 30.000 αμάχων Τούρκων στην Τρίπολη το 1821 από τα στρατεύματα του Κολοκοτρώνη, πράξη που εξώθησε ακόμα και τους μεγαλύτερους φιλέλληνες να διαρρήξουν τα ιμάτιά τους. Ήταν η πρώτη πράξη εθνικού ξεκαθαρίσματος στα Βαλκάνια, αλλά κανένα ελληνικό εγχειρίδιο ιστορίας δεν το παραδέχεται. Απεναντίας, προβάλλεται η μικρότερης έκτασης και εξίσου απαράδεκτη σφαγή της Χίου και των Ψαρών, που έγιναν ως αντίποινο από τους Τούρκους. Συμπέρασμα: Η ελληνική ιστοριογραφία προβάλλει μονομερώς τις τουρκικές βαρβαρότητες, υποβαθμίζοντας τις ελληνικές, με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η έχθρα με την Τουρκία, η οποία εντάθηκε λόγω της μικρασιατικής καταστροφής το 1922 και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αποκλεισθεί μία ακόμα πολεμική αναμέτρηση.

  • Προβάλλεται ορθά ο ανείπωτος ηρωισμός του πρώτου έτους της επανάστασης, αλλά υποβαθμίζεται συνειδητά ο πανεθνικός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των Ελλήνων, οι δολοφονίες οπλαρχηγών, η κόντρα εξουσίας μεταξύ Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών και Υδραίων. Το 1827 και ενώ ο Ιμπραήμ πασάς λυμαίνεται τη Στερεά και την Πελοπόννησο, ο Γρίβας, φρούραρχος του Παλαμηδίου, βομβαρδίζει ανηλεώς με τα κανόνια του την Ακροναυπλία υπό τον Φωτομαρά, και τανάπαλιν. Η Ύδρα με τους Κουντουριώτηδες κηρύσσει πόλεμο κατά του Καποδίστρια, ο οποίος στέλνει τον Κανάρη να την καταστείλει. Τον συλλαμβάνει ο Μιαούλης, ο οποίος μετά πολιορκεί το Ναύπλιο και τον Πόρο και πυρπολεί τη μεγάλη φρεγάτα «Ελλάς» που η Ελλάδα αγόρασε με δάνειο. Με λίγα λόγια ο Ιμπραήμ πασάς είχε στην ουσία καταστείλει την επανάσταση, η οποία είχε αποτύχει. Αν δεν παρενέβαιναν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής στο Ναβαρίνο, ίσως η Ελλάδα να παρέμενε ως επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για πολύ περισσότερο. Συμπέρασμα: Η Ελληνική Επανάσταση ήταν περισσότερο ένας τρίτος γύρος του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά ουδείς έμαθε από τις πικρές αναφορές του Θουκυδίδη. Αν η ιστορία δεν μορφώνει, επαναλαμβάνεται εσαεί ως φάρσα, είτε με την κόντρα Βενιζέλου -Κωνσταντίνου το 1914, είτε με τον Εμφύλιο το 1945, είτε με τη δικτατορία του 1967, είτε το πραξικόπημα της χούντας στην Κύπρο το 1974. Η στάση αυτή της διχόνοιας, της πολιτικής ανευθυνότητας, των ανόητων παλληκαρισμών και της παράδοσης καμένης γης από τη μια πολιτική ηγεσία στην άλλη, αποτελεί πολιτική πρακτική του σήμερα, ίνα πληρωθεί το ρηθέν του Ζαν-Πολ Σαρτρ «ότι κανένας λαός δεν μαθαίνει από την ιστορία του».
  • Ο μόνος Έλληνας πολιτικός αυτής της περιόδου, που παρά τις εμμονές του πάσχισε να κτίσει ένα νέο ευρωπαϊκό ελληνικό κράτος, το οποίο ίδρυσαν και επέβαλαν περισσότερο οι μεγάλες δυνάμεις και όχι ο μεγαλειώδης αγώνας των Ελλήνων, ήταν ο Καποδίστριας, ο οποίος όμως βρέθηκε απέναντι στους κλέφτες, τους αρματολούς, τους πυρπολητές, τους κοτζαμπάσηδες και τους ιεράρχες του έθνους. Οι οποίοι και τον δολοφόνησαν σε ένα στενοσόκακο του Ναυπλίου στις 9 Οκτωβρίου 1831. Αυτή την τεράστια προσωπικότητα το πανελλήνιο βιβλίο ιστορίας της τρίτης Λυκείου την προσπερνά σε μισή σελίδα. Συμπέρασμα: Οι πολιτικοί με όραμα που θέλουν να διορθώσουν το κράτος ακόμα και σήμερα δεν έχουν κανένα μέλλον, ούτε θέση ανάμεσά μας. Ο ελληνικός λαός έχει εκπαιδευθεί ιστορικά να ακολουθεί τους ψεύτες, τους κλέφτες και τους λαϊκιστές, με την αρπαχτή να έχει αναδειχθεί σε εθνικό σπορ.

Η αναλογία

Είμαι σίγουρος ότι θα κατηγορηθώ ότι επιχειρώ να μειώσω τη σημασία της Ελληνικής Επανάστασης από τις γνωστές πατριωτικές χορωδίες του ελληνικού χώρου. Η κάθε επανάσταση έχει μεγαλειώδεις στιγμές αλλά και στιγμές ντροπής. Επιμένω λοιπόν ότι όλα πρέπει να λέγονται για να μπορούν οι νέες γενιές να εμπνέονται και από το μεγαλείο, αλλά κυρίως να μαθαίνουν από τα λάθη των παλαιοτέρων. Αν κάτι δεν συνέβη στον ελληνικό χώρο από το 1821 και εξής είναι ότι η Ελλάδα δεν έμαθε από τα λάθη της. Η Ελλάδα ξεκίνησε την πορεία της ως κράτος με το αθάνατο, πλην νοθευμένο, κρασί του 1821 και έκτοτε πορεύεται τρελή κι αλλοπαρμένη, παίρνοντας τις περισσότερες φορές μαζί της και την Κύπρο, σε ατραπούς που οδηγούν σε αδιέξοδα. Οι πολιτικοί της απλώς φόρεσαν κουστούμια, αλλά συμπεριφέρονται όπως οι πάλαι ποτέ φουστανελάδες, κλέφτες, αρματολοί και κοτζαμπάσηδες. Η χώρα, όπως και το 1821, είναι ένα απέραντο πεδίο μάχης, με τον νικητή κάθε φορά να δικαιούται τα λάφυρα.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Η λύση και το βιογραφικό του Αναστασιάδη


Ποιες βλέψεις και συμφέροντα διαμορφώνονται από τις χώρες που βρέχονται στην Ανατολική Μεσόγειο και πώς θα μπορούσε να κινηθεί η Κύπρος σε ένα υπό συνεχή διαμόρφωση σκηνικό λόγω της γεωστρατηγικής ρευστότητας που υπάρχει;
Για να μπορέσει μια χώρα να χαράξει την τακτική της σε μια ευμετάβλητη περιοχή προϋποθέτει να έχει, όσο μικρή κι αν είναι, τη δική της στρατηγική την οποία υποχρεωτικά θα επιχειρήσει να συνθέσει, ιδιαίτερα αν δεν διαθέτει στρατιωτική ισχύ, με τη στρατηγική των υπολοίπων ενδιαφερομένων χωρών.
 
 
Τι θέλουμε;

 
Παρά τις οποιεσδήποτε αποχρώσεις υπάρχουν, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε ότι για τη χώρα μας οι προτεραιότητες είναι οι πιο κάτω:
Επιδιώκουμε επανένωση της Κύπρου, με την πλειοψηφία των πολιτών να προκρίνει λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας η οποία θα στηρίζεται σε ό,τι αφορά τα δύο συνιστώντα κρατίδια, στις αρχές λειτουργίας της ΕΕ.
Θέλουμε όλοι να ανορθώσουμε την οικονομία της χώρας φεύγοντας από τα μνημόνια μέσω της προσέλκυσης επενδύσεων και βεβαίως μέσω της ανάπτυξης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που βρέθηκαν ή ίσως βρεθούν στο μέλλον, προς όφελος όλων των Κυπρίων σε συνεργασία με τις γειτονικές μας χώρες.
Θέλουμε η ενωμένη χώρα μας να γίνει και να δρα ως ένα σοβαρό κράτος εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης λειτουργώντας γεωπολιτικά ως το νοτιότερο άκρο της ΕΕ, ως μια νησίδα δημοκρατίας, ευνομίας, πολιτισμού και ασφάλειας για ολόκληρη την ταραγμένη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής.
 
 
Στόχοι και πολιτική

 
Αν αυτοί είναι οι στόχοι μας, πώς τους υλοποιούμε; Υπάρχουν δύο σενάρια και δύο τρόποι σκέψης. Ο πρώτος -κατά τον γράφοντα ρεαλιστικός, κατ’ άλλους υποχωρητικός- εδράζεται στα πιο κάτω:
Για να επανενώσουμε τη χώρα μας, μέσω των καλών υπηρεσιών των Ηνωμένων Εθνών, θα πρέπει να συνεργαστούμε με την Τουρκία και τους Τ/Κ στη λογική μιας σύνθεσης. Αδικήσαμε από το 1963-1974 και αδικηθήκαμε βάναυσα από την εισβολή, αλλά είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε Ε/Κ και Τ/Κ μαζί στην Κύπρο. Την ίδια στιγμή δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η Τουρκία, ως μια χώρα με μέγεθος, πληθυσμό και περιφερειακές αξιώσεις, διεκδικεί τη δική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, είτε αυτό αφορά την ασφάλεια της περιοχής είτε τη χάραξη ενεργειακής πολιτικής. Οι κινήσεις του Barbaros και η navtex στέλνουν αυτό το μήνυμα όχι μόνο σε μας, αλλά και στα υπόλοιπα κράτη της περιοχής.
Για να ανορθώσουμε την οικονομία μας, εκτός από χρηματοπιστωτική σταθερότητα και επενδύσεις χρειαζόμαστε και ασφάλεια, την οποία χωρίς επανένωση δεν θα μπορέσουμε να πετύχουμε, ιδιαίτερα σε μια περίοδο παρατεταμένης ύφεσης. Η επανένωση διευρύνει την εσωτερική αγορά της Κύπρου, ανοίγει για την Κύπρο μια νέα τεράστια αγορά όπως είναι η Τουρκία, διευκολύνει τη χώρα μας να αναδειχθεί, τηρουμένων των αναλογιών, σε τουριστικό, αεροπορικό, ναυτιλιακό, διαμετακομιστικό κέντρο και εν γένει κέντρο υπηρεσιών. Μας προσφέρει τέλος εναλλακτικές επιλογές για πώληση φυσικού αερίου σε συνεργασία με το Ισραήλ και αργότερα με τον Λίβανο σε μια ώριμη αγορά όπως είναι η τουρκική.
Για να μπορέσουμε να λειτουργήσουμε ως σοβαρό κράτος εντός της ΕΕ και πάλιν χρειαζόμαστε την επανένωση της χώρας για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί θα απαλλαγούμε από ένα κολοβό σύνταγμα το οποίο μετά το 1964 έχει δημιουργήσει χιλιάδες πολιτικές και θεσμικές αγκυλώσεις. Δεύτερον, θα καταστούμε ένα φυσιολογικό κράτος εντός της ΕΕ. Σήμερα λειτουργούμε μονοθεματικά προωθώντας τις θέσεις μας στο Κυπριακό, μπλοκάροντας τις ενταξιακές της Τουρκίας, υπερασπιζόμενοι εν ολίγοις μια υπόθεση η οποία σε συνδυασμό με την οικονομική μας κατάρρευση, προκαλεί εκνευρισμό εκ μέρους των υπολοίπων Ευρωπαίων, οι οποίοι πολλές φορές δεν μας αντιμετωπίζουν ως εταίρους, αλλά ως πρόβλημα.
 
Το δεύτερο σενάριο
 
Υπάρχει βέβαια και ένας διαφορετικός τρόπος να υπηρετήσει κανείς τα συμφέροντα της Κύπρου, ο οποίος κατά άλλους είναι ο πατριωτικός δρόμος, κατά δε τον γράφοντα μάλλον συναισθηματικός.
Η επανένωση της Κύπρου, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν μπορεί να επιτευχθεί γιατί η Τουρκία επιθυμεί να ελέγξει ολόκληρη την Κύπρο ή έστω να τη διχοτομήσει ελέγχοντας εσαεί το βόρειό της τμήμα. Υπ’ αυτή την έννοια ο διακοινοτικός διάλογος δεν μπορεί να φέρει τη λύση παρά μόνο εμπεδώνει τα τετελεσμένα, υποβαθμίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και αναβαθμίζει το ψευδοκράτος. Γι’ αυτό τον λόγο δεν πρέπει να συνομιλούμε με την Τουρκία αλλά να την εκθέτουμε διεθνώς.
Η πιο πάνω διάγνωση οδηγεί ως εκ τούτου σε μια προσέγγιση ενδυνάμωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε μέσα από την ένταξή μας στην ΕΕ, είτε ως μέλος του ΟΗΕ είτε μέσω του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος με την Ελλάδα. Επιπλέον αυτό επιτυγχάνεται μέσα από τη σύναψη περιφερειακών συμμαχιών με το Ισραήλ και την Αίγυπτο για τη δημιουργία ενός ισχυρού μετώπου το οποίο θα λειτουργήσει ως αντίβαρο και θα εξισορροπήσει τις αξιώσεις της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Προς αυτή την κατεύθυνση μάλιστα οφείλουμε και πρέπει να αναπτύξουμε και μια στρατηγική ενέργειας για ενδυνάμωση των συμφερόντων μας με το Ισραήλ, την Αίγυπτο και την Ελλάδα, είτε διά της κατασκευής του East Med Pipeline είτε πουλώντας αέριο στην Αίγυπτο, κάτι που συζητούμε αυτές τις μέρες.

Ο ορθολογισμός
 
Με βάση την πρώτη άποψη, ότι δηλαδή όλα τα προβλήματά μας είτε είναι πολιτικά είτε οικονομικά περνούν μέσα από τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της χώρας μας, δεν συμφωνούν οι περισσότεροι πολιτικοί αυτής της χώρας. Με βάση τις δημόσιες δηλώσεις και πράξεις του -και όχι τι λέει κατ’ ιδίαν ακόμα και στον γράφοντα- μέχρι πρόσφατα προς αυτή την κατεύθυνση εκινείτο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ο οποίος στα δύο χρόνια της διακυβέρνησής του τον είδαμε περισσότερο να διαμαρτύρεται -πολλές φορές δικαίως- ότι η διεθνής κοινότητα δεν αίρεται στο ύψος των υποσχέσεων που έδωσε ή ότι οι εμπλεκόμενοι στο Κυπριακό (π.χ. Ντάουνερ, Κόνιγκ, ακόμα και ο Μπαν Κι-μουν) στρέφονται εναντίον μας. Ο συναισθηματισμός του Προέδρου, που σήκωσε αξιοπρεπώς και γενναία το βάρος της μοναξιάς το 2004, εκτράπηκε σε οργή λόγω navtex και Barbaros με αποτέλεσμα να διακόψει τις συνομιλίες. Και όχι μόνον αυτό. Μπήκε στη λογική των κεντρώων κομμάτων να αναλάβει διεθνείς εκστρατείες να κατακεραυνώσει την Τουρκία για την παραβίαση της νότιας ΑΟΖ της Κύπρου, λες και προεξοφλήσαμε ότι η βόρεια ΑΟΖ της Κύπρου είναι πλέον χαμένη. Λες και η Τουρκία μας αναγνώρισε ποτέ μετά το 1964! Με λίγα λόγια μπήκε στη λογική του Ε/Κ ηγέτη που θέλει να προστατέψει την Κυπριακή Δημοκρατία -όση απέμεινε- χάνοντας το όραμα για το οποίο όλοι τον ακολουθήσαμε για επανένωση της Κύπρου. Λάθος ήταν και το timing. Αποχωρήσαμε από τις συνομιλίες, γιατί ένα ηλίθιο κόκκινο καραβάκι μπήκε στην ΑΟΖ μας και ζητήσαμε την πάνδημη καταδίκη της Τουρκίας, όταν λόγω Ιράκ - Συρίας και Τζιχάντ όλη η διεθνής κοινότητα έστρεφε την προσοχή της στη χώρα αυτή και γονυπετώς (βλέπε δημόσια απολογία του Αμερικανού αντιπροέδρου Μπάιντεν) ζητούσε τη συνδρομή της. Τη στιγμή που μιλούμε, η Τουρκία φιλοξενεί δύο εκατομμύρια Ιρακινούς πρόσφυγες και ξοδεύει 8 εκατ. δολάρια τη μέρα για τη συντήρησή τους, το 2016 θα γίνει στη χώρα το Παγκόσμιο Συνέδριο για τη χορήγηση ανθρωπιστικής βοήθειας με προεδρεύοντα τον επίτροπό μας Χρήστο Στυλιανίδη, αλλά οι κύριοι Ομήρου, Λιλλήκας και Παπαδόπουλος επιμένουν ότι είναι ρεαλιστικός στόχος να την εκθέσουμε διεθνώς.
Διεθνώς βέβαια, όσο κι αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, η εντύπωση που επικρατεί είναι μάλλον διαφορετική:
* Δέχονται οι εταίροι μας ότι πρέπει να λυθεί το Κυπριακό, βλέπουν την υπεροψία της Τουρκίας και τις υπερβολές των Τουρκοκυπρίων, γι’ αυτό μας δέχτηκαν στην ΕΕ πειθαναγκάζοντάς την να δεχθεί λύση με βάση το κοινοτικό κεκτημένο.
* Ταυτόχρονα όμως μας καταλογίζουν απόρριψη όλων των σχεδίων που μας υποβλήθηκαν, με αποκορύφωμα το σχέδιο Ανάν το οποίο τόσο η Τουρκία όσο και οι Τ/Κ το αποδέχτηκαν. Διαμαρτύρονται ότι βρεθήκαμε σε αντιπαράθεση με όλους σχεδόν τους απεσταλμένους του ΟΗΕ και μας κατηγορούν ανοικτά ότι στην τελευταία φάση των συνομιλιών εμείς είμαστε αυτοί που αποχωρήσαμε από το τραπέζι των συνομιλιών.
 
Συμπέρασμα
 
Κατά την ταπεινή μου άποψη η λύση της κάθετης αντιπαράθεσης με την Τουρκία και οι παράπλευρες πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουμε δεν οδηγούν στην εξυπηρέτηση του πρωταρχικού μας στόχου που είναι η επανένωση της χώρας. Ούτε των άλλων στόχων που περιγράψαμε πιο πάνω. Για να λυθεί βέβαια το Κυπριακό χρειάζεται συνεργασία και καλή διάθεση, χρειάζεται αυτοκριτική από όλους τους Κυπρίους και ναι, να αξιοποιήσουμε όλα τα διεθνή ερείσματα που διαθέτουμε για να πετύχουμε όσο το δυνατό καλύτερη λύση μπορούμε. Θεωρώ ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εμφιλοχωρώντας έστω για μερικούς μήνες στη λογική της μίνι πρόταξης, έχει αντιληφθεί ότι δεν οδηγούμαστε πουθενά και ότι με αυτή την τακτική το μόνο που θα καταφέρουμε είναι περήφανα να μην αποδεχτούμε την de jure διχοτόμηση η οποία de facto ισχύει από το 1974.
Αυτό ήταν το επίτευγμα όλων των Κυπρίων Προέδρων μετά το 1974. Φοβούμαι όμως, καλέ μου Νίκο Αναστασιάδη, ότι χωρίς σοβαρές συνομιλίες για λύση του προβλήματος δεν θα μπορέσεις ούτε αυτό το μίνιμουμ να βάλεις στο βιογραφικό σου.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Ο δρόμος προς την κόλαση


 
Κάποιοι αναλυτές στην Κύπρο φρόντισαν με βιτριολικά σχόλια να τακτοποιήσουν κανονικά τον πρώην Βρετανό ΥΠΕΞ Τζακ Στρο και τον πρώην υπουργό Άμυνας της χώρας Μάλκολμ Ρίφκιντ όταν οι δύο αυτοί πολιτικοί βρέθηκαν στο επίκεντρο πολιτικού σκανδάλου στη Βρετανία. Η ένταση των σχολίων μάλλον δεν είναι καθόλου άσχετη με το ότι και οι δύο στο παρελθόν προέβησαν σε σχόλια και κινήσεις στο Κυπριακό που δεν μας άρεσαν καθόλου. Εξάλλου αν δεν κάνουμε αυτή τη διασύνδεση πώς θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε την εκκωφαντική σιωπή των ίδιων σχολιαστών για τις δολοφονίες 30 τόσων στελεχών της αντιπολίτευσης στη Ρωσία τα τελευταία χρόνια;
Επί της ουσίας, δύο δημοσιογράφοι της εφημερίδας Daily Telegraph και της τηλεοπτικής εκπομπής Dispatches του δικτύου Channel 4 υποδύθηκαν δύο επιχειρηματίες από το Χονγκ Κονγκ, οι οποίοι τους ζήτησαν να ασκήσουν την πολιτική τους επιρροή, έναντι αδρής αμοιβής, προκειμένου να προωθήσουν μια ιδιωτική επιχείρηση. Ο Στρο, νυν βουλευτής του Εργατικού Κόμματος, προσφέρθηκε να χρησιμοποιήσει την επιρροή του προκειμένου να προωθήσει την υποτιθέμενη επιχείρηση των επιχειρηματιών ζητώντας ως αμοιβή το ποσό των 6.800 ευρώ ημερησίως. Από την πλευρά του ο Ρίφκιντ, βουλευτής των Συντηρητικών, φέρεται να πρότεινε να βοηθήσει στο να υπάρξει μία «χρήσιμη πρόσβαση» σε κάθε βρετανική πρεσβεία σε ολόκληρο τον κόσμο. Μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου, στο οποίο έδειξαν πρόθεση να εμπλακούν, και οι δύο παύθηκαν από οποιοδήποτε αξίωμα είχαν στα κόμματά τους και ξεκίνησε έρευνα εναντίον τους. Όλοι είναι πεπεισμένοι στη Βρετανία ότι και τα δύο αυτά επιφανή στελέχη της πολιτικής νομενκλατούρας της χώρας δεν έχουν πλέον κανένα πολιτικό μέλλον.

Παραλληλισμοί

Οι δύο Βρετανοί πολιτικοί στην ουσία παγιδεύτηκαν από δημοσιογράφους και εξετέθησαν. Αν γινόταν κάτι τέτοιο στην Κύπρο, το πιο πιθανό είναι οι δημοσιογράφοι να πήγαιναν φυλακή. Ευτυχώς όμως στην Κύπρο δεν χρειάζεται οι δημοσιογράφοι να υποδυθούν ρόλους επιχειρηματία για να παγιδεύσουν πολιτικά πρόσωπα. Στην Κύπρο οι πολιτικοί υποδύονται όλους αυτούς τους ρόλους και μάλιστα δημόσια.
• Ο Νίκος Αναστασιάδης, ως πρόεδρος του ΔΗΣΥ, ήταν κύριος μέτοχος ενός από τα μεγαλύτερα δικηγορικά γραφεία της Κύπρου. Μέσω του γραφείου αυτού για μια δεκαετία έρρεαν από και προς την Κύπρο πέραν των 10 δισ. δολαρίων ετησίως, συμμετέχοντας στην οικοδόμηση του κυπριακού οικονομικού θαύματος και για τον λόγο αυτό το γραφείο έπαιρνε και μπόνους από τις τράπεζες. Μέχρι πρόσφατα και ενώ ο Νίκος Αναστασιάδης ήταν Πρόεδρος της Δημοκρατίας το δικηγορικό του γραφείο έκανε μεγάλες πράξεις με τράπεζες (πώληση υποκαταστημάτων), ενώ οι επικεφαλής του γραφείου του τον επισκέφθηκαν το περασμένο φθινόπωρο για την εξαγορά των Κυπριακών Αερογραμμών από τη Ryanair. Ας πούμε επίσης (λόγω περιορισμένου χώρου) ότι ο Νίκος Αναστασιάδης ως πρόεδρος του ΔΗΣΥ χρεώνεται με το μισό εκατ. ευρώ που το κόμμα του εισέπραξε ως εισφορά από τη Focus των Ζολώτα - Βγενόπουλου για να φέρει το κόμμα τους φοιτητές να ψηφίσουν στις προεδρικές του 2008.
• Ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Δημήτρης Χριστόφιας, πέρα από εισφορές εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, για να μοιράζει τσεκκούθκια προεκλογικά, από τον όμιλο Σιακόλα, μπορεί να είναι περήφανος για τις στενές σχέσεις του με τον κ. Βγενόπουλο και το ενάμισι εκατ. ευρώ που με διάφορους τρόπους χρησιμοποιήθηκε στην προεκλογική του καμπάνια το 2008. Επί της ηγεσίας του επίσης το ΑΚΕΛ μετατράπηκε σε ένα κόμμα είσπραξης εισφορών, ακόμα και μέσω εκβιασμών, αν κρίνουμε από την απόφαση του δικαστηρίου στην υπόθεση της Δρομολαξιάς, αλλά και από την υπόθεση του αποχετευτικού της Πάφου. Η υπόθεση της έκρηξης στο Μαρί και η εγκατάλειψη της Κύπρου στα χέρια των διεθνών τοκογλύφων άπτεται περισσότερο ενός πολιτικού αμοραλισμού που θα κριθεί μάλλον από την Ιστορία, καταδικάζοντας βέβαια τη νέα ηγεσία του κόμματος στην απαξίωση, αφού αισθάνεται δέσμια να τον καλύπτει μέχρι κεραίας.
• Ο πρώην Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Τάσσος Παπαδόπουλος καθιέρωσε την  Κύπρο, στις αρχές του 1990, ως διεθνές πλυντήριο. Μέσω της Λαϊκής Τράπεζας έφερε στην Κύπρο τον πλούτο των Σέρβων για να σπάσει το εμπάργκο, αλλά μέχρι σήμερα το σερβικό ΥΠΕΞ αναζητεί την περιουσία του Μιλόσεβτις που συμποσούται σε εκατοντάδες εκατομμύρια. Επί των ημερών του στην προεδρία, το δικηγορικό του γραφείο έκανε μπίζνες as usual με αρκετές δημόσιες υπηρεσίες, συμμετείχε ως σύμβουλος σε κρατικούς διαγωνισμούς, ενώ κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2003 δεν δίστασε να εισπράξει εισφορές και από πολυεθνικές εταιρείες με έδρα την Αγγλία.
• Από τη μέγγενη της κριτικής δεν μπορούν να ξεφύγουν και τα σύγχρονα φυντάνια τους. Ο Αβέρωφ Νεοφύτου με τις επαύλεις του, τα υπέρογκα χρέη του και τις εταιρείες κτηματικών, ο Άντρος Κυπριανού ο οποίος εμφανίζεται ως ο πάτρωνας των μιζαδόρων του κόμματος, με εμφανιζόμενα χρέη πέραν των εισοδημάτων του, ο Γιαννάκης Ομήρου το κόμμα του οποίου δεν έφαγε, αλλά τελικά έφαγε από το αποχετευτικό της Πάφου, ο Γιώργος Λιλλήκας ο οποίος επί υπουργίας του μοίραζε άδειες γκολφ και ζητούσε προσφορές από τον ΚΟΤ ενώ ήταν πολιτικός προϊστάμενός του, ο Νικόλας Παπαδόπουλος, ο οποίος μέχρι προχθές ήταν μέτοχος και associate του δικηγορικού γραφείου Τάσσος Παπαδόπουλος, το οποίο  ετοίμαζε επί πληρωμή σχέδια νόμου για την επιτροπή Οικονομικών της οποίας προΐσταται. Για να μην επεκταθούμε σε όλους αυτούς τους βουλευτές που την περίοδο του ΧΑΚ έπαιξαν και κέρδισαν εκατομμύρια εις βάρος των επενδυτών, ενώ καθήκον τους ήταν να θωρακίσουν τη λειτουργία του με ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο προστατεύοντας τους πολίτες αυτής της χώρας.         

Φταίνε;

Οι πολιτικοί της Κύπρου δυστυχώς δεν έκαναν κάτι λιγότερο από τους δύο Βρετανούς πολιτικούς οι οποίοι στην Αγγλία διαπομπεύθηκαν. Έκαναν μάλλον πολύ περισσότερα κι αν βρίσκονταν στη Βρετανία θα ήταν όλοι πίσω από τα κάγκελα. Βεβαίως θα πρέπει να ειπωθεί ότι στην Κύπρο, νομικά ομιλούντες, είναι αθώοι. Δεν διέπραξαν καμιά παρανομία διότι όλα αυτά τα οποία τους καταμαρτυρεί ο κόσμος δεν εμπίπτουν σε καμιά παράβαση ή παραβίαση του νόμου. Οπότε το πρόβλημά μας είναι άλλο: Το σύστημά μας επιτρέπει αυτά που σε άλλες χώρες συνιστούν παραβίαση της δεοντολογίας και ακόμα ποινικά αδικήματα, διότι δεν τα θεωρεί ως τέτοια. Βρισκόμαστε δυστυχώς μπροστά στην αδυναμία και το όραμα ενός συστήματος να θέσει σε εφαρμογή τις κατάλληλες δικλίδες ασφαλείας που να θωρακίζουν το θεσμικό και νομικό πλαίσιο. Έχουμε σήμερα ένα σύστημα το οποίο επέτρεψε την ατιμωρησία και την προνομιακή μεταχείριση και λειτούργησε ενισχυτικά στην ενδυνάμωση του χάσματος μεταξύ της κοινωνίας και των πολιτειακών θεσμών. Βρισκόμαστε στην εποχή του Λουδοβίκου του 14ου ο οποίος διατυμπάνιζε εκείνο το «l'etat c'est moi». Ακόμα δεν έχουμε εισέλθει πολιτικά στον Διαφωτισμό και στη λογική του Μοντεσκιέ ο οποίος στήριξε θεωρητικά τη μετάβαση από το rule by law στο rule of law. 
Εν κατακλείδι, χωρίς να λείπουν οι εξαιρέσεις, το πολιτικό προσωπικό της χώρας στο σύνολό του είναι  ό,τι χειρότερο έχουμε δει για δεκαετίες. Φτάσαμε στο τέλος μιας πολιτικής διαδρομής με αυτούς που έκοψαν το νήμα τελευταίοι και καταϊδρωμένοι να μας υπόσχονται, φευ, τη μεγάλη αλλαγή. Σε σημείο που τα συνθήματα αυτών που δήθεν κομίζουν το καινούργιο να μας τρομάζουν, αντί να μας παρηγορούν. Τόσο οι αδύναμοι θεσμοί της χώρας μας, όσο και το χαμηλής ποιότητας πολιτικό προσωπικό σε μια περίοδο μεγάλης κρίσης, παραπέμπουν περισσότερο σε δαντική κόλαση παρά στον παράδεισο. Μακάρι να κάνω λάθος!


Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Ο "βούζουνος" της Ανατολικής Μεσογείου


Το ότι η διεθνής πολιτική είναι άναρχη είναι δεδομένο. Το ότι ακόμα η κάθε χώρα κοιτάζει το συμφέρον της επίσης θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο. Στην περίπτωση της Κύπρου, και με βάση τις αντιδράσεις που παρατηρήθηκαν μετά από τις γνωστές μεγαλοστομίες του Πρόεδρου της Δημοκρατίας κατά την επίσκεψή του στη Μόσχα, το ελάχιστο που οφείλουμε να κάνουμε είναι να διερευνήσουμε το πραγματικό μας συμφέρον μέσα από μια ορθολογιστική προσέγγιση των πραγμάτων.
Στην Κύπρο του άσπρου και του μαύρου και των συναισθηματικών εκρήξεων ο ορθολογισμός εξέλιπε δυστυχώς προ πολλού, με το ανιστόρητο δίλημμα να παραμένει αναλλοίωτο: Ανατολή ή Δύση; Αμερική ή Ρωσία;

Τα δεδομένα

Αλλά πού πραγματικά ανήκει η Κύπρος, ανεξαρτήτως του τι βλέπουν οι πολιτικοί μας; Είναι χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης του ευρώ. Δηλαδή θεσμικά και πολιτικά ανήκει στον σκληρό πυρήνα αυτού που λέμε Δύση. Την ίδια στιγμή, οι τρεις εγγυήτριες χώρες της Ανεξαρτησίας της, δηλαδή η Ελλάδα, η Βρετανία και η Τουρκία, είναι μέλη του ΝΑΤΟ, και πέραν αυτού διατηρούν στρατεύματα στην Κύπρο. Οι Βρετανοί, λόγω Βάσεων, έχουν σταθερή παρουσία στη χώρα μας, ενώ η ελλαδο-τουρκική υπεροχή εναλλάχθηκε: πριν το 1974, η Ελλάδα διατηρούσε στρατιωτική μεραρχία στην Κύπρο κατά παράβαση των συμφωνιών της Ζυρίχης -Λονδίνου, και η Ελληνοκύπριοι ήλεγχαν όλη την επικράτεια. Μετά το 1974, διά της εισβολής, η Τουρκία ελέγχει παρανόμως το 37% της χώρας.
Με λίγα λόγια, η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και το πρόβλημά της είναι ένα κεφάλαιο που αφορά κατά κύριο λόγο τις ενδοοικογενειακές ισορροπίες της Δύσης, που κι αυτές εδράζονται στις προβληματικές σχέσεις Ελλάδας - Τουρκίας και στους τοπικούς εθνικισμούς που αναπτύχθηκαν επί του εδάφους της.

Η θέση της Δύσης

Παρακολουθώντας την προσέγγιση των Δυτικών στο Κυπριακό μετά το 1963, όταν δηλαδή αναφύηκε η νέα φάση του Κυπριακού, μπορεί να διαπιστώσει κανείς μια σταθερή προσέγγιση, λαμβανομένων κάθε φορά υπόψη και των τετελεσμένων επί του εδάφους.

  • Πριν το 1974, η πλάστιγγα έγερνε σαφώς υπέρ των Ε/Κ. Με πρόταση των Βρετανών, το ΣΑ, μετά τα γεγονότα του 1963, ενέκρινε το ψήφισμα 186, αναγνωρίζοντας την κυβέρνηση Μακαρίου ως τη νόμιμη κυβέρνηση. Ταυτόχρονα βέβαια την καλούσε να ενσωματώσει ξανά στο κράτος τους αποσυρθέντες Τ/Κ μέσα από έναν δομημένο διακοινοτικό διάλογο. Την ίδια στιγμή επέτρεψε την κάθοδο ελληνικής μεραρχίας στην Κύπρο (1964-1967) και υπέβαλε τα σχέδια Άτσεσον σε μια προσπάθεια μιας ενδο-δυτικής διευθέτησης του Κυπριακού. Αυτή η προσπάθεια δεν αναγνωρίστηκε ποτέ από τους Ελληνοκυπρίους, οι οποίοι είδαν την αναγνώριση αλλά και την κάθοδο της μεραρχίας ως ένα προστάδιο της Ένωσης με την Ελλάδα, πιστεύοντας ακόμα ότι έχουν την πολυτέλεια ενός εμφυλίου πολέμου με ηγέτες τον Μακάριο και τον Γρίβα την περίοδο 1972-74. Με λίγα λόγια, αντί να ενσωματωθούν και, ακόμα, να αφομοιωθούν οι κατά κύριο λόγο ελληνόφωνοι Τουρκοκύπριοι στην Κυπριακή Δημοκρατία την περίοδο αυτή, όπως έμμεσα πλην σαφώς υπεδείκνυαν οι Δυτικοί, ακόμα και με μια σχετική ανοχή της Τουρκίας, οι Κύπριοι κομματάρχες της εποχής εκείνης εξώθησαν τα πράγματα στο πραξικόπημα της χούντας.
  • Μετά το 1974, τα τετελεσμένα της εισβολής δεν μπορούσαν να αγνοηθούν από τη Δύση, με τον Κίσινγκερ να επιλέγει καθαρά την Τουρκία. Η Τουρκία άδραξε την ευκαιρία που περίμενε για χρόνια, επέβαλε μια νέα κατάσταση πραγμάτων, με αποτέλεσμα ξανά η Δύση να αναζητά μια νέα προσέγγιση. Το όνομα, δε, αυτής, ομοσπονδία. Η ομοσπονδία αποτελεί μια νίκη των Τουρκοκυπρίων και της Τουρκίας στην Κύπρο; Σαφέστατα. Υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό; Αυτό ήταν περισσότερο στο χέρι των Ελληνοκυπρίων. Είτε θα καταφέρναμε να παλαιστινοποιήσουμε το Κυπριακό, είτε σε περίπτωση αποτυχίας μια τρίτη τουρκική εισβολή θα μας έστελνε στα περίχωρα των Αθηνών να ιδρύουμε τη Νέα Λευκωσία, τη Νέα Λεμεσό και τη Νέα Πάφο. Οι Κύπριοι πολιτικοί αποφάσισαν κάτι διαφορετικό. Να οικοδομήσουμε τη νότια Κύπρο με όρους δυτικού τύπου ανάπτυξης και να υιοθετήσουμε τη λύση ομοσπονδίας συζητώντας μεταξύ μας για το περιεχόμενό της μέχρι να έρθουν καλύτερες μέρες, με όχημα πάντα την ισχυρή μας οικονομία, η οποία χαρακτηρίστηκε ως η κύρια έπαλξη του αγώνα μας. Μόνο που αυτό δεν μας βγήκε καθόλου: υιοθετήσαμε μια δυτικού τύπου ανάπτυξη, την οποία διαχειριστήκαμε με ανατολίτικη νοοτροπία, εξ ου και η κατάρρευση του συστήματός μας το 2012.

Η Ρωσία

Σε αυτό το σκηνικό πού κολλά η Ρωσία; Μπορεί πραγματικά αυτή η χώρα να παρέμβει, πέραν της ψήφου που διαθέτει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, στη λύση του Κυπριακού; Για να κατανοήσουμε ποια είναι η Ρωσία, δεν έχουμε παρά να εξετάσουμε την εξωτερική της πολιτική και να προσπαθήσουμε να δούμε τα συμφέροντά της. Συμφέροντα που σε σχέση με την Ανατολική Μεσόγειο δεν φαίνεται να διαφοροποιούνται από την περίοδο της τσαρίνας Αικατερίνης και εντεύθεν. Η Ρωσία είναι μια τεράστια χώρα και λογικά θέλει έξοδο στη Μεσόγειο, θέλει να έχει λόγο στο παγκόσμιο γεωπολιτικό γίγνεσθαι. Σαφέστατα λοιπόν αμφισβητεί την ηγεμονία της Δύσης και του ΝΑΤΟ (αργότερα) στην περιοχή. Για παράδειγμα, το 1919, σε μια έμπρακτη αμφισβήτηση της συμφωνίας των Βερσαλλιών (συνθήκη Σεβρών) που επέβαλλε την Ελλάδα ως το κομβικής σημασίας κράτος της Δύσης στην Ανατολική Μεσόγειο, η τότε ΕΣΣΔ όχι μόνο αναγνώρισε πρώτη το καθεστώς του Κεμάλ Ατατούρκ στην Άγκυρα, αλλά επιπλέον εξόπλισε τον τουρκικό στρατό, ο οποίος μπήκε το 1922 νικηφόρος στη Σμύρνη. Στόχος, μέσω ενός φιλοσοβιετικού καθεστώτος στην Άγκυρα, η εύκολη πρόσβαση στη Μεσόγειο. Με την ίδρυση του ΝΑΤΟ, βέβαια, μετά το 1950, το συμμάζεμα της Τουρκίας από τους Δυτικούς και την ύπαρξη ζωνών επιρροής, τα πράγματα δυσκόλεψαν για την ΕΣΣΔ, η οποία δεν μπορούσε άμεσα να εμπλακεί στην περιοχή, πέραν της επίθεσης φιλίας προς την Αίγυπτο του Νάσερ, η οποία όμως δεν κράτησε για πολύ. Την περίοδο αυτή, εξάλλου, μαινόταν ο Ψυχρός Πόλεμος, με τη Δύση να εφαρμόζει το δόγμα της περιχαράκωσης της ΕΣΣΔ, το οποίο με όπλα το Σχέδιο Μάρσαλ και το Δόγμα Τρούμαν δημιουργούσε μια γραμμή αποκλεισμού της ΕΣΣΔ που ξεκινούσε από τη Φιλανδία και έφτανε στο Πακιστάν. Ελλάδα και Τουρκία ως μέλη του ΝΑΤΟ βρέθηκαν στο κέντρο αυτού του δόγματος, κρατώντας τη γραμμή άμυνας της Δύσης στα Στενά και το Αιγαίο. Πώς θα μπορούσαν οι Σοβιετικοί να δημιουργήσουν ρήγμα; Η εύκολη λύση ήταν η Κύπρος, της οποίας οι δύο αυτές χώρες ως μέλη του ΝΑΤΟ ήταν εγγυήτριες δυνάμεις. Αυτός που δεν κατάλαβε τίποτε και έπαιξε τότε το παιχνίδι των Σοβιετικών ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Ο οποίος οδήγησε την Κύπρο στους Αδεσμεύτους, επιχείρησε να φέρει ρωσικούς πυραύλους ΣΑΜ στην Κύπρο και γενικά υπερεκτίμησε τις δυνατότητες βοήθειας εκ μέρους της ΕΣΣΔ, σε σημείο που αποκλήθηκε και «κάστρο της Μεσογείου», παραπέμποντας στα τότε προβλήματα των ΗΠΑ με την Κούβα. Το κεφαλοκλείδωμα των Σοβιετικών τότε στον Μακάριο, με βασικό στυλοβάτη της σοβιετικής πολιτικής στην Κύπρο το ΑΚΕΛ μέχρι και το 1990, επαναλήφθηκε πολλές φορές στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου. Η δεξιά στροφή της Ρωσίας επί Γιέλτσιν και Πούτιν την οδήγησε σε εμπλουτισμό των συμμάχων της στο εσωτερικό της Κύπρου, όπως σήμερα είναι ο Γιώργος Λιλλήκας, ο Νικόλας Παπαδόπουλος και η ΕΔΕΚ. Η Ρωσία σήμερα κρύβεται πίσω από μια γενική διατύπωση… αρχών στο Κυπριακό. Ότι δηλαδή αποδέχεται ως λύση αυτό που θα αποφασίσουν οι δύο κοινότητες της Κύπρου, αρνούμενη στην πράξη τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού, επί της οποίας δεν της πέφτει λόγος. Αυτό της επιτρέπει να απορρίπτει εύκολα όλα τα διεθνή σχέδια λύσης στο Κυπριακό, χρησιμοποιώντας τοπικούς συμμάχους που για δικούς τους λόγους επίσης δεν θέλουν λύση του Κυπριακού. Στην πράξη δεν την ενοχλεί καθόλου η διαιώνιση της μη λύσης του προβλήματος, την οποία συχνά-πυκνά σαμποτάρει στο ΣΑ με την ψήφο της, πότε γιατί το ζήτησε ο Τάσσος Παπαδόπουλος, πότε ο Δημήτρης Χριστόφιας και πότε ο Νίκος Αναστασιάδης, χωρίς βέβαια ποτέ να φέρει σε δύσκολη θέση την Τουρκία, την οποία δεν την ενοχλεί ποσώς η μη λύση. Με λίγα λόγια, η Ρωσία δεν ενδιαφέρεται διακαώς για μια λύση του Κυπριακού, διότι αυτό επιβάλλουν τα πολύ μεγαλύτερα δικά της συμφέροντα. Δεν την ενδιαφέρει ποσώς λύση που θα ενσωματώνει οριστικά και αμετάκλητα την Κύπρο στο δυτικό σύστημα ασφαλείας. Μια τυχόν τέτοια λύση, εξάλλου, δεν θα της επέτρεπε ποτέ να υπογράψει τη συμφωνία που υπέγραψε προχθές με τον Νίκο Αναστασιάδη, ώστε τα ρωσικά πολεμικά πλοία να ναυλοχούν στη Λεμεσό. Ούτε θα της επιτρέπει να χρησιμοποιεί την Κύπρο ως οικονομική βάση για να ασκεί τη δική της εξωτερική πολιτική.

Συνοψίζοντας

Εν κατακλείδι, θα μπορούσε να προβεί κάποιος σε μια σειρά παρατηρήσεων για τη διφορούμενη στάση μας μεταξύ Ανατολής και Δύσης.

  • Όπως εξήγγειλε στη διακήρυξη εξωτερικής του πολιτικής ο Πρόεδρος Αναστασιάδης, ανήκουμε στη Δύση, αλλά ως πραγματικοί Ανατολίτες και χωρίς σοβαρή παράδοση στις διεθνείς μας σχέσεις μπορούμε να κινούμαστε κατά το δοκούν και το συμφέρον, παραγνωρίζοντας ένα πολύ σημαντικό στοιχείο: ότι είμαστε πολύ μικρό κράτος για να κάνουμε τόσο μεγάλες μπαγαποντιές. Διά της επίσκεψης Αναστασιάδη στη Μόσχα η αξιοπιστία μας, κυρίως εντός των πρώην ανατολικών χωρών της ΕΕ, έπεσε στο ναδίρ.
  • Η πολιτική διακίνησή μας μεταξύ Ανατολής και Δύσης μπορεί να εξηγηθεί γεωγραφικά, αλλά το πρόβλημά μας δυστυχώς είναι γεωπολιτικό. Κάποιοι κάποτε μίλησαν για εμπλεκόμενα συμφέροντα, αλλά μάλλον εννοούσαν όχι τη χάραξη μιας σοβαρής εξωτερικής πολιτικής, αλλά μιας πολιτικής του «βούζουνου». Του τύπου «δεν με στήριξαν οι Αμερικανοί, πάω στους Ρώσους».
  • Κατά βάση, η ανατολίτική μας προσέγγιση έχει να κάνει κυρίως με το Κυπριακό. Η Δύση επιθυμεί μια λύση συμβιβασμού στην Κύπρο, αναγνωρίζοντας πόσο δύστροπος παίκτης είναι η Τουρκία. Δεν παίζει όμως το παιχνίδι της Τουρκίας, όσο κι αν κάποιοι στη χώρα μας επιμένουν να το περάσουν αυτό ως αδιαμφισβήτητο δόγμα. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, η Κύπρος θα αποτελείτο από δύο κράτη από το 1974. Η Κύπρος δεν θα έμπαινε ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ, παρά τις απειλές της Τουρκίας. Δεν θα ξεκινούσε ποτέ γεωτρήσεις στην ΑΟΖ της με αμερικανικές παροτρύνσεις και εγγυήσεις. Δεν θα διέσωζε κανένας την οικονομία της το 2013.

Δυστυχώς σε αυτόν τον δύσμοιρο τόπο όλα τα πιο πάνω τα περνάμε στο ντούκου ρίχνοντας ένα τεράστιο πέπλο μαύρης συνωμοσιολογίας κατά των Δυτικών (που βεβαίως φέρουν τις ευθύνες τους), υποβαθμίζοντας κυρίως τη δική μας αναξιοπιστία και ανοησία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αναβαθμίζουμε και τη ρωσική επαμφοτερίζουσα πολιτική ως πανάκεια για την Κύπρο. Από τη στιγμή που η Ρωσία (και δεν την αδικούμε για αυτό) από το 1965 και εξής, όταν έχει να επιλέξει μεταξύ Κύπρου και Τουρκίας, επιλέγει διακριτικά, αλλά σταθερά, πάντοτε την Τουρκία.