Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Έφυγε ο πολεμιστής του φωτός




Μου είναι επώδυνο να χρησιμοποιώ αόριστο χρόνο για τον Γιάγκο Μικελλίδη. Όμως έφυγε το πρωινό της Τετάρτης (20/8/2014) για πάντα και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε γι’ αυτό. Μόνο να τον αποχαιρετίσουμε. Έτσι το θέλησε ο ίδιος αψηφώντας εγκεφαλικά, καρδιακές και νεφρικές ανεπάρκειες. «Το εγκεφαλικό που υπέστην», μου έλεγε κάποτε αυτοσαρκαζόμενος, «καταδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι διαθέτω εγκέφαλον. Πόσοι Κύπριοι μπορούν να το ισχυριστούν αυτό;». 

Ας μου επιτραπεί να τον περιγράψω με όρους εκκλησιαστικούς, πολιτικούς και κοινωνικούς. Ο Γιάγκος Μικελλίδης δεν ήταν μέλος κανενός κοινοβίου, δεν ήταν μέλος καμιάς κομματικής αγέλης, δεν ανήκε σε καμιά ομάδα συμφερόντων. Ήταν ένας κλασικός, ιδιόρρυθμος άνθρωπος. Ένας ελεύθερος άνθρωπος. Ζούσε στους δικούς του ρυθμούς, έκανε τα ίδια λάθη με μας, αλλά είχε κι ένα μεγαλείο που του επέτρεπε πάντα να κάνει εκπληκτικές υπερβάσεις στη ζωή του. Η μόνη υποχώρηση που έκανε ίσως ήταν μπροστά στην επιμονή του πατέρα του. Ήθελε να σπουδάσει ηθοποιός και είχε μάλιστα γραφτεί στη σχολή του Κάρολου Κουν, παρότι είχε περάσει στην ιατρική σχολή Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας του τότε κάθισε σε μια καρέκλα και έκανε 15 μέρες να μιλήσει. Μέχρι που ο Γιάγκος πήγε και του το υποσχέθηκε. Σπούδασε τελικά, αλλά η ιατρική δεν ήταν μόνο το μέσο για να θεραπεύει. Ήταν κυρίως η σκηνή για να βρίσκεται κοντά στους ανθρώπους.


Η κατάθλιψη

Το μεγαλύτερό του επίτευγμα, εξάλλου, ήταν να απομυθοποιήσει την ίδια την επιστήμη του. Έβαλε την ψυχιατρική στην καθημερινότητά μας, εκπαιδεύοντας χιλιάδες συμπολίτες μας με προβλήματα κατάθλιψης και άλλα φοβικά σύνδρομα, επιμένοντας ότι η επίσκεψη στον ψυχίατρο δεν διαφέρει από μια επίσκεψη στον παθολόγο ή στον ορθοπεδικό ή τον οφθαλμίατρο. Μέσα κυρίως από τις τηλεοπτικές του παρουσίες στην Ελίτα και την Χριστιάνα κατάφερε να εκλαϊκεύσει την ψυχιατρική, επιτρέποντας σε χιλιάδες Κυπρίους να βγαίνουν δημόσια και να μιλούν για το πρόβλημά τους. Χωρίς ταμπού, χωρίς τον φόβο του στιγματισμού. Ο ίδιος καμιά φορά το παινευόταν. «Μετά το 1978, το Ψυχιατρείο Αθαλάσσας (όπου πρωτοδιορίστηκε και στη συνέχεια παραιτήθηκε) υπολειτουργούσε. Δεν χρειάζεται οι άνθρωποι να κλείνονται μέσα. Μετά από μια σωστή θεραπεία μπορούν να ζουν τη ζωή τους μαζί με τις οικογένειές τους». Για να συνεχίσει με το αστείρευτο χιούμορ του: «Λλίον πολλά, ούλλοι πελλοί είμαστε σε τούτον τον τόπο, οπότε έναν χαππούδιν αναλογεί στον καθένα μας. Κάποιοι το παίρνουν και γίνονται καλά, κάποιοι μεινίσκουν πελλοί μια ζωή».

Το φρενοκομείο

Για τον Γιάγκο Μικελλίδη, το πραγματικό φρενοκομείο βρισκόταν σε όλους εκείνους που δεν αναγνώριζαν ότι έχουν πρόβλημα. Κι αυτούς μετά το 1999 με την έκδοση του «Πολίτη» αποφάσισε να τους αντιμετωπίσει με ένα διαφορετικό φάρμακο. Την πένα του. Ομολογώ ότι ήταν απρόθυμος στην αρχή να γράψει, αλλά στήσαμε πόδι με τον Γιάννη Παπαδόπουλο και ξεκίνησε γύρω στο 2000 τη στήλη του De Profundis. Ο Γιάγκος ξεκίνησε να γράφει εκ βαθέων, μεταφέροντας την προσωπική του ιδιορρυθμία ως προέκταση της γραφίδας του. Έγραφε στην κοινή ελληνική, αλλά διάνθιζε τα κείμενά του με εκφράσεις του κυπριακού ιδιώματος καταφέρνοντας να αγγίζει τις καρδιές των αναγνωστών του.

Έγραφε ό,τι ήθελε παρά το ότι κάποιοι τον κυνήγησαν στα δικαστήρια. Με δύο απανωτές αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και του Ανωτάτου, ο Γιάγκος Μικελλίδης μπορούσε να πιάνει όποιον ήθελε στο στόμα του. Το δικαστήριο του αναγνώρισε καλή προαίρεση, αλλά κυρίως χιούμορ, με τη δικαστίνα να έχει ξεραθεί στα γέλια κατά την ακροαματική διαδικασία. Του είχε κινήσει αγωγή ο Νίκος Κουτσού διότι του είχε γράψει ότι έμοιαζε με τον Μουσολίνι να καλπάζει πάνω σε άσπρο άλογο. Ο Νίκος Αναστασιάδης που προσήλθε ως μάρτυρας υπεράσπισης είπε στη δικαστίνα ότι κι αυτόν τον είχε αποκαλέσει Χίτλερ, αλλά όταν το διάβασε είχε σκάσει στα γέλια.

Οι αρχοντοχωριάτες

            Στηλίτευε τον αρχοντοχωριατισμό μας χωρίς να μας προσβάλλει:  Έγραφε στις 24/06/2001 από τη στήλη του: «Το να περπατάς στην οδό Μακαρίου ή στον τάδε δρόμο του Manchester ή του Oslo, είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Αρχίσαμε να τρώμε μήλα από το Amsterdam και σε λίγο θα τρώμε κοτόπουλα από τη Στοκχόλμη! Χάσαμε πια και την ιδιομορφία που είχαμε στο ντύσιμό μας και γίναμε πιο Ευρωπαίοι. Την τελευταία φορά που έψαχνα στο Παρίσι το terminal της Cyprus Airways, δεν μπόρεσα να το ξεχωρίσω, ενώ πριν από 10 χρόνια ξεχωρίζαμε από «ένα μίλι τόπο».


Οι παραπότες

Δεν μπορούσε να αντέξει την παροιμιώδη κυπριακή κουτοπονηριά  που ενίοτε άγγιζε τα όρια της εγκληματικότητας: «Οι παραπότες μας άρχισαν να αλλάζουν και αυτοί. Άρχισαν να γίνονται international παραπότες και να βγάζουν τους παράδες τους από «διεθνείς» πια κομπίνες. Τα εγκλήματα γίνονται πια με Τσετσένους ή Βούλγαρους δολοφόνους. Έχει, επίσης, δημιουργηθεί μια τεράστια «βιομηχανία» δικηγόρων, λογιστών και τραπεζιτών που ασχολούνται με τις διεθνείς απάτες. Φαίνεται ότι πολλά από τα χρήματα που κυκλοφορούν στο παζάρι, είναι από την κάλυψη των Ευρωπαίων κομπιναδόρων, την οποία εμείς προσφέρουμε. Το χρηματιστήριο, η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, η δημιουργία των δύο νέων τάξεων, δηλαδή των μάστρων και των υπαλλήλων, ανήκουν και αυτά στη νέα εποχή»!!!


Οι εθνικιστές

Πολύ συχνές ήταν και οι πολιτικές παρεμβάσεις του οι οποίες είχαν σχέση με το Κυπριακό. Όταν το 2009 κάποιοι μεγαλοδικηγόροι στην Κύπρο προσπάθησαν να μειώσουν τον «ναινέκο» Τουμάζο Τσιελεπή, αμφισβητώντας δήθεν τα πτυχία του, αλλά στην πραγματικότητα την τετράγωνη λογική του στο Κυπριακό, αναγκάζοντάς τον να αποχωρήσει από τηλεοπτική εκπομπή, ο Γιάγκος ήταν ακάθεκτος: «Τέσσερις πομπαστικοί δικηγόροι, κάποιας τάξεως και κάποιας λεβαντίνικης κουλτούρας, αποφάσισαν να ξεφτιλίσουν έναν φουκαρά Πραστειώτη που σπούδασε στο Κίεβο και δεν είχε μετεκπαίδευση στην Αγγλία, ούτε τη φωτογραφία της βασίλισσας Ελισάβετ στον τοίχο του. Σικκιμέ κι αν έφυγε, σικκιμέ κι αν έμεινε. Εφόσον ο Τσελεπής, κοντός και μικροκαμωμένος, δεν είχε το κατάλληλο κορμί να τους τραβήσει τους φούσκους, είτε έφευγε, είτε έμενε και τους ξιτίμαζε, δεν έχει σημασία. Πάντως είναι σε όλους γνωστό ότι κάθε φορά που ο Τσελεπής πήγαινε στο Κίεβο, έπαιρνε 20 πατανίες σκοτσέζικες, 50 πένες πάρκερ από τον Κολοκασίδη και 20 λοττούδες από το χοιροστάσιο του χωρκού του. Επίσης, καμιάν εικοσαρκάν πασιές όρνιθες. Όλα αυτά τα καλούδια ήταν τα πεσκέσια του για τους καθηγητές του. Έτσι τέλειωσε ο Τσελεπής το πανεπιστήμιο κι έτσι τελείωσαν όλοι οι λουμούμπηδες, όλοι οι φουκαράδες της Κύπρου τα πανεπιστήμια. Αναφερόμαστε τώρα σε ρατσισμό. Το ρατσισμό των παραλήδων της Κύπρου, που τα παιδκιά τους σπούδασαν στην Αγγλία στο Όξφορντ και στο Κέιμπριτζ εναντίον των παιδκιών του ΑΚΕΛ που σπούδαζαν στα πανεπιστήμια της Ρωσίας και των άλλων ανατολικών χωρών με υποτροφίες… Άκου, ρε, στη χώρα που οι δικηγόροι έχουν ξεφτιλιστεί και θεωρούνται οι μεγαλύτεροι κλέφτες και απατεώνες, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων που ακόμα διατηρούν την αξιοπρέπειά τους, να βγαίνουν στην τηλεόραση και να κομπάζουν πως είναι δικηγόροι, αντί να ντρέπονται να το πουν».



Η Πατρίδα του


Ο Γιάγκος έζησε στη Λευκωσία, στη Λάρνακα, στη Λεμεσό, αλλά ήταν ξεκάθαρο ποια ήταν η πατρίδα του. Πάντα έλεγε ότι καταγόταν από τη Γιαλούσα Καρπασίας και σε πολλά κείμενά του το έγραφε ξεδιπλώνοντας τις παιδικές του αναμνήσεις παρέα με τον Γιαννάκη Παπαδόπουλο, τον παιδικό του φίλο, αλλά και τον θηριώδη θείο του τον Χάλα Κατέβα και τη γιαγιά του την οποία λάτρευε. Αυτός ο ωκεανός παιδικότητας τον συντρόφευε σε όλες τις φουρτούνες της ζωής του.
Ήταν ίσως από τους ελάχιστους Κυπρίους που δεν έχασαν ποτέ επαφή με τα κατεχόμενα αφού δεν αποδεχόταν ότι η ζωή του είχε κοπεί στα δυο. Εκτός από χιλιάδες Ε/Κ είχε και εκατοντάδες Τ/Κ φίλους, με τους οποίους πολλές Κυριακές έπινε τον καφέ του, πότε στους καφενέδες της Λύσης, πότε στο Βαρώσι και πότε στο λιμανάκι της Κερύνειας.
Μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα το 2003 πήγαμε μαζί στην Κερύνεια. Καθίσαμε σε ένα παγκάκι δίπλα από το λιμανάκι κι άρχισε να μου μιλά για τα παιδικά του χρόνια. Έβαλε τα κλάματα, σχεδόν μούγκριζε μέχρι τα μεσάνυκτα. Δεν έκλαιγε για τους Ε/Κ ούτε τους Τ/Κ. Έκλαιγε για το γένος των Κυπρίων το οποίο κατοικεί σε αυτό το νησί από το 8000 π.Χ. και σιγά σιγά εξαφανίζεται. Ο Γιάγκος είχε επίγνωση του τι έλεγε και μπορούσε να σου το αποδείξει μέσα από τη μεγαλύτερη ίσως ιδιωτική συλλογή αρχαίων αντικειμένων που είχε στα Πυργά, η οποία ξεκινούσε από ειδώλια και αγγεία του 4000 π.Χ. και έφτανε μέχρι τις πανοπλίες των Σταυροφόρων, των πολεμιστών του φωτός, τις χριστιανικές εικόνες του Κορνάρου, τα πιθάρια του 19ου αιώνα και τα αγάλματα των ηρώων της ΕΟΚΑ. Ίσως γι’ αυτό ήθελε τόσο πολύ να βρεθεί λύση στο Κυπριακό. Πίστευε ότι ο πολιτισμός θα επανένωνε τη χώρα πριν τα σημάδια του αφεθούν στη λήθη. Η ζωή του όλη ήταν μια πορεία με οδηγό το κυπριακό φως, εξού και η επιγραφή έξω από τον πύργο του στα Πυργά: «Πύργος των Πολεμιστών του Φωτός».

Την Τετάρτη στις 4 τα ξημερώματα έπεσε μαχόμενος από τις πολεμίστρες του κάστρου του. Μιλήσαμε το βράδυ για λίγο. Ήταν στα καλά του, σχεδόν χαρούμενος μετά από ένα διήμερο ξεκούρασης στην Πάφο. Έφυγε  γαλήνιος και αξιοπρεπής, αφήνοντάς μας παρακαταθήκη την αγάπη του για την Κύπρο.