Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Ομοσπονδία: Η λύση που μας αξίζει


Το ερώτημα ορθά προβάλλεται και ηχεί βασανιστικό. Έχουμε, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, την ωριμότητα να συνάψουμε και να υπηρετήσουμε μια λύση το 2016 η οποία θα οδηγήσει τη χώρα μας σε ένα καλύτερο μέλλον; Οι περισσότεροι επιχειρώντας να την απαντήσουν συνοφρυώνονται: Η προϊστορία μας δεν βοηθά, το παρόν διατρέχεται από μια λογική φοβία, οπότε πού θα ακουμπήσει το μέλλον για να ελπίζει;

Το 1960
Ποιο είναι το ιστορικό μας πρόβλημα; Οι δύο κοινότητες το 1960 οδηγήθηκαν σε μια συμφωνία στην οποία δεν πίστευαν. Και οι δύο τη θεωρούσαν ως ενδιάμεσο σταθμό, οι μεν Ελληνοκύπριοι για την Ένωση με την Ελλάδα όπως είχε ορκισθεί από τις 22.8.1954 ο Μακάριος στην εκκλησία της Φανερωμένης, οι δε Τουρκοκύπριοι για τη διχοτόμηση όπως προνοούσαν τα σχέδια του Νιχάτ Ερίμ από το 1956. Κατά τη διάρκεια του μονομερούς αγώνα 1955-59 των Ελληνοκυπρίων για Ένωση, οι Τουρκοκύπριοι επιχείρησαν και έφεραν σημαντικό οπλισμό στην Κύπρο (υπόθεση πλοιαρίου Ντενίζ) και το 1958 προέβησαν στη σφαγή των Κοντεμενιωτών. Την ίδια περίοδο η ΕΟΚΑ προέβη σε αρκετές εκτελέσεις Τουρκοκυπρίων επικουρικών οι οποίοι εργάζονταν στα βρετανικά σώματα ασφαλείας. Ακόμα και μετά την υπογραφή των συμφωνιών της Ζυρίχης το κλίμα δεν άλλαξε. Όπως έγραψε στο βιβλίο του ο στενότερος των συνεργατών του Μακαρίου, επί σειρά ετών πρεσβευτής της Κύπρου στην Αθήνα, Νίκος Κρανιδιώτης: «Οι συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου υπήρξαν το αποτέλεσμα σκληρής ανάγκης και η κατάληξη ενός διλήμματος, μπροστά στο οποίο η βρετανική κυβέρνηση έθεσε τον κυπριακό λαό και την ηγεσία του: ή τις συμφωνίες ή τη διχοτόμηση». Λίγο αργότερα ο Ραούφ Ντενκτάς δήλωνε σε ομιλία ότι «η Κύπρος είναι τουρκική γιατί έχει ποτισθεί με τουρκικό αίμα».

Η Κυπριακή Δημοκρατία, το ενιαίο κράτος με λίγα λόγια, δεν λειτούργησε:Η τουρκοκυπριακή παρακρατική οργάνωση ΤΜΤ συνέχισε να εξοπλίζεται αρνούμενη τις προτάσεις Μακαρίου για καθολικό αφοπλισμό, αν κρίνουμε δε από έγγραφα που διέρρευσαν το 1963 υπήρχε σχέδιο το οποίο ονομαζόταν «εθνικό πλάνο» «για να αποκτήσουν» οι Τουρκοκύπριοι «την πλήρη ελευθερία τους». Οι Ελληνοκύπριοι αντιπαρέβαλαν το «σχέδιο Ακρίτας».

Από την άλλη, στη στελέχωση της δημόσιας διοίκησης, η κυβέρνηση Μακαρίου κωλυσιεργούσε στον διορισμό Τουρκοκυπρίων με το επιχείρημα ότι δεν είχαν τα αναγκαία προσόντα. Τρία χρόνια μετά την ανεξαρτησία δεν είχε επιτευχθεί ακόμη η προβλεπόμενη αναλογία και στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Κύπρου εκκρεμούσαν το 1963 2.000 προσφυγές Τουρκοκυπρίων.

Στη σύσταση και οργάνωση του στρατού, οι Τουρκοκύπριοι απαιτούσαν συγκρότηση χωριστών στρατιωτικών σωμάτων, ώστε να αποκλείσουν την παρουσία Ελληνοκυπρίων στρατιωτών σε πληθυσμιακά αμιγείς περιοχές Τουρκοκυπρίων. Στο θέμα αυτό χρησιμοποίησε το δικαίωμα βέτο για πρώτη φορά ο αντιπρόεδρος Κιουτσούκ.
Στο θέμα της τοπικής αυτοδιοίκησης, οι Τουρκοκύπριοι επέμεναν στη σύσταση εθνικά αμιγών δήμων, όπως προνοούσε το Σύνταγμα, ώστε να έχουν στα χέρια τους κάποιους φορείς κρατικής εξουσίας, στους οποίους δεν θα είχαν πρόσβαση οι Ελληνοκύπριοι. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν ήθελε να εφαρμόσει το Σύνταγμα που υπέγραψε γιατί θεωρούσε τη δημιουργία αμιγών δήμων ως την αρχή της διαίρεσης του νησιού και αρνήθηκε να υλοποιήσει τις σχετικές διατάξεις. Μετά από απόρριψη σχετικού νομοσχεδίου από τους Τουρκοκυπρίους, η κυβέρνηση Μακαρίου διέλυσε στα τέλη του 1963 τους δήμους, ανέλαβε την περιουσία τους και διόρισε  συμβούλια βελτιώσεως στη θέση τους.

Στα δημόσια οικονομικά, στα οποία οι νόμοι έπρεπε να εγκριθούν με χωριστές πλειοψηφίες από τους βουλευτές των δύο κοινοτήτων, οι Τουρκοκύπριοι βουλευτές αρνούνταν οποιαδήποτε συνεργασία για τη θέσπιση μόνιμου φορολογικού καθεστώτος. Αντιπρότειναν προσωρινούς νόμους βραχύχρονης ισχύος, ώστε να διατηρήσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη επί άλλων ζητημάτων στο νέο κράτος αφήνοντας σε εκκρεμότητα το φορολογικό ζήτημα. Από την άλλη ο Μακάριος καλούσε τις φοροεισπρακτικές υπηρεσίες να συλλέγουν τους φόρους ανεξάρτητα από την έγκριση του σχετικού νόμου, ενώ ο Ντενκτάς καλούσε, αντίθετα, τους Τουρκοκυπρίους να μην πληρώνουν οποιοδήποτε φόρο στις αρχές της Δημοκρατίας.

Κάπως έτσι φτάσαμε φυσιολογικά στην πρόταση Μακαρίου για αλλαγή του Συντάγματος το 1963, στις πρώτες διακοινοτικές ταραχές των Χριστουγέννων του  ίδιου χρόνου, στην επιχείρηση εκκαθάρισης των Κοκκίνων, στον βομβαρδισμό της Τηλλυρίας από την Τουρκία τον Αύγουστο του 1964 και στην αποχώρηση των Τ/Κ από την Κυπριακή Δημοκρατία και την εγκατάστασή τους σε θύλακες. Από την Κυπριακή Δημοκρατία που διατήρησε τον έλεγχο του κράτους, οι Τ/Κ, λόγω του ότι αρνούνταν να πληρώνουν τις φορολογίες τους, αντιμετωπίστηκαν ως αντάρτες με αποτέλεσμα το κράτος να μην χορηγεί στις περιοχές αυτές ρεύμα και νερό, ούτε να κατασκευάζει έργα υποδομής.

Το 1974
Η εισβολή του 1974 είχε ως αφορμή το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ωστόσο η περίοδος από το 1960 έως και την ημέρα της δεν υπήρξε καθόλου μια ήρεμη περίοδος για την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι αιτίες της εισβολής θα πρέπει να αναζητηθούν σε αυτή την περίοδο και στο επίκεντρο (εκτός από τη δράση κάποιων ξένων μεγάλων δυνάμεων) θα πρέπει να τεθεί και η ανικανότητα Ε/Κ και Τ/Κ να συνεργασθούν με ωριμότητα και πίστη στην πολιτειακή οργάνωση της κοινής τους πατρίδας. Η εισβολή στη συνέχεια άλλαξε πολλά. Οι Τ/Κ μετακινήθηκαν όλοι βορείως, από το 1977 (συμφωνία Μακαρίου - Ντενκτάς) συζητούν με τους Ε/Κ έχοντας το πάνω χέρι για μια λύση στο Κυπριακό, η οποία ήθελαν να λαμβάνει απόλυτα υπόψη τα τετελεσμένα της εισβολής, και το 1983 δείχνοντας την κακή τους πίστη ίδρυσαν το λεγόμενο δικό τους κράτος. Απέτυχαν σε αυτό πλήρως, όπως απέτυχαν και οι Ε/Κ να μετατρέψουν μέχρι το 1974 την Κυπριακή Δημοκρατία σε δεύτερο ελληνικό κράτος.

Σήμερα, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων, οι Τ/Κ διεκδικούν με πάθος την πολιτική ισότητα που είχαν και έχασαν το 1963, κέρδισαν τη διζωνικότητα, αλλά είναι έτοιμοι να προχωρήσουν σε επιστροφή εδαφών που κατέκτησε η Τουρκία το 1974 σε Ελληνοκύπριους πρόσφυγες. Οικονομικά βρίσκονται κάτω από τον απόλυτο έλεγχο της Τουρκίας και ασφυκτιούν από τις πολιτικές της. Από την άλλη οι Ελληνοκύπριοι δεν μάθαμε και πολλά από την περίοδο 1960-1974. Για κάποια στιγμή ξεχαστήκαμε μέσα από το οικονομικό θαύμα της δεκαετίας του 1980 και την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, η οποία μας έδωσε περισσότερη ασφάλεια και σιγουριά. Η κρίση βέβαια του 2013 μας προσγείωσε ξανά στην πραγματικότητα.
Το 2016

Το σίγουρο είναι ότι τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι, εάν προχωρήσουν σε λύση εντός του 2016, είναι πολύ περισσότερο ώριμοι πολιτικά από ό,τι ήταν το 1960. Και στις δύο κοινότητες ο εθνικισμός δεν έχει τον κυρίαρχο λόγο σήμερα. Μια μικρή απόδειξη τούτου είναι ότι από το 2003 που άνοιξαν τα οδοφράγματα, με αποτέλεσμα δεκάδες εκατομμύρια μετακινήσεις, πολλές από τις οποίες και οδυνηρά συναισθηματικές για τους πρόσφυγες και από τις δύο πλευρές, δεν υπήρξαν σοβαρά επεισόδια, όπως στη δεκαετία του 1960. Την ίδια στιγμή, πέραν των διαπραγματευτών, μεγάλες ομάδες του πληθυσμού συνομιλούν μεταξύ τους, έχουν συνάψει νέες φιλίες, έχουν σε πολλές περιπτώσεις κοινό όραμα, είτε αυτό είναι πολιτικό, είτε κυρίως οικονομικό. Αυτό που δεν εξέλιπε βεβαίως είναι ο φόβος για το αύριο. Αυτόν μπορούμε να τον ξεπεράσουμε αν μάθουμε από το χθες τον όρο ευθύνη και τον εμπεδώσουμε.

Με λίγα λόγια, αν θέλουμε να είμαστε υπεύθυνοι, δεν μπορούμε, όπως το 1960, να υπογράψουμε μια συμφωνία, δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε σε ένα ομοσπονδιακό κράτος στο οποίο δεν πιστεύουμε, αλλά το θεωρούμε ως ένα νέο σταθμό για να πετύχουμε αργότερα κάτι καλύτερο.
Η ομοσπονδία είναι ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για κοινότητες με παρόμοια με τα δικά μας προβλήματα και ιστορικές εμπειρίες. Είναι ό,τι μας αξίζει και για καλό και για κακό. Μπορεί να μας φέρει όλους κοντά, αν αποφασίσουμε να συνεργαστούμε, μπορεί ταυτόχρονα να μας κρατήσει σε απόσταση ασφαλείας εάν εξακολουθήσουμε να παραμένουμε φοβικοί και ανιστόρητοι. Και η μη λύση βέβαια είναι λύση. Ας μην έχουν όμως αυταπάτες κάποιοι, ότι θα εξακολουθήσουν να βαυκαλίζονται δίνοντας ανύπαρκτες μάχες με την κατάργηση του status quo. Μη λύση ίσον δύο ανεξάρτητα κράτη.