Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Εθνικιστές και χαραμοφάηδες

Γιατί οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι δεν μπόρεσαν ποτέ να συνεργαστούν και να οικοδομήσουν μια κοινή πατρίδα; Ίσως γιατί η λέξη πατρίδα είναι φορτισμένη με μια σημειολογία που δεν επιτρέπει ταυτίσεις. Για τους Ελληνοκύπριους «της πατρίδας η σημαία έχει χρώμα γαλανό», για τους Τουρκοκύπριους «κόκκινο». Το πρόβλημα δεν έχει να κάνει βέβαια με τα χρώματα, αλλά με διάφορα συμπαρομαρτούντα τα οποία παραπέμπουν σε μια λέξη που τα περικλείει όλα: εθνικισμός.

Ως κίνημα ο εθνικισμός κατάφερε να νικήσει πολυεθνικές και αυταρχικές αυτοκρατορίες. Τα εθνικά κράτη, ωστόσο, στη συνέχεια κατάφεραν μέσα από σύνορα και κυρίως συμφέροντα να καθοδηγήσουν τις μάζες των ανθρώπων σε μια εξοντωτική αντιπαράθεση. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι και οι χιλιάδες πόλεμοι που ακολούθησαν το καταμαρτυρούν. Στην Κύπρο, για να είμαστε δίκαιοι, ούτε τεράστια συμφέροντα υπήρξαν ούτε και τεράστιες πολιτιστικές διαφορές θα μπορούσε να εντοπίσει κανείς. Επί Τουρκοκρατίας, σε 4 τουλάχιστον περιπτώσεις Ρωμιοί και μουσουλμάνοι κινήθηκαν επαναστατικά εναντίον της Υψηλής Πύλης γιατί θεώρησαν ότι ετύγχαναν άγριας εκμετάλλευσης, ενώ δεν έλειψαν και οι φωνές εναντίον της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία λειτουργούσε ως φοροσυλλέκτης του σουλτάνου. Επί Αγγλοκρατίας, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι κάτοικοι του νησιού ομιλούσαν την κυπριακή διάλεκτο, είχαν κοινά ήθη και έθιμα, οι δε περισσότεροι πήγαιναν και σε κοινά σχολεία.

Ο εθνικισμός στην Κύπρο ξεκίνησε για τους μεν Ε/Κ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, για τους δε Τουρκοκύπριους αρχές της Αγγλοκρατίας για να ενταθεί μετά την ίδρυση του τουρκικού κράτους το 1923 και να πυροδοτηθεί περαιτέρω επί Παλμεροκρατίας, όταν οι Βρετανοί διά της συστηματικής εισαγωγής δασκάλων εκ Τουρκίας υποχρέωσαν τους Τ/Κ να φοιτούν σε τουρκικά σχολεία. Παρ' όλα αυτά, η συνύπαρξη Ε/Κ και Τ/Κ σε κοινά χωριά και πόλεις δεν επέτρεπε στους εθνικιστές και των δύο πλευρών να πάρουν το πάνω χέρι.

Ο έλεγχος απολέσθηκε μετά τη δεκαετία του 1950. Τη μεγαλύτερη δε ευθύνη τη φέρει η πλειοψηφούσα ε/κ πλευρά, η οποία διά του ενωτικού δημοψηφίσματος και του αγώνα της ΕΟΚΑ ουσιαστικά απέκλεισε κάθε δίαυλο επικοινωνίας με τους Τ/Κ, αφού οι Ε/Κ προσδέθηκαν στο άρμα του ελληνικού εθνικισμού. Ακολούθησαν οι Τ/Κ διά της ίδρυσης του σωματείου «Η Κύπρος είναι τουρκική» και ο εθνικισμός τους τους έφερε σε πλήρη αντιπαράθεση με τους Ε/Κ διά της ίδρυσης της ΤΜΤ. Εκ των πραγμάτων λοιπόν ήταν αδύνατο να λειτουργήσει το κράτος της Ζυρίχης, αυτό δηλ. που καλούμε σήμερα Κυπριακή Δημοκρατία. Για την ηγεσία των Ε/Κ η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ένα όχημα του ε/κ εθνικισμού που έκανε μια στάση το 1960 μέχρι να επιτευχθεί το αίτημα για Ένωση. Για τους Τ/Κ η Κυπριακή Δημοκρατία, διά της πολιτικής ισότητας που τους πρόσφερε, ήταν το εφαλτήριο για να φτάσουν στη διχοτόμηση.


Η εισβολή

Η τουρκική εισβολή του 1974 ματαίωσε το όραμα των Ε/Κ και έφερε τους Τουρκοκύπριους ντε φάκτο κοντά στο δικό τους όραμα. Αυτό της διχοτόμησης. Οι εθνικισμοί, ωστόσο, και των δύο κοινοτήτων δεν τους έδωσαν αυτό που κάθε λογικός άνθρωπος ονειρεύεται. Τη δυνατότητα να ζήσουν ειρηνικά και να ευημερήσουν.

Οι Ε/Κ έζησαν όλα αυτά τα χρόνια σε ένα διεφθαρμένο και πελατειακό κράτος, το οποίο βεβαίως άρχισε να βελτιώνεται μετά την ένταξή του στην Ευρώπη. Όπως έγραψε και ο «Economist», αυτό το κράτος παραμένοντας διχοτομημένο ποτέ δεν θα μπορέσει να αποκτήσει τον πλούτο και την ευημερία που του αξίζει. Αυτό το κράτος δεν μπορεί να προσελκύσει μεγάλες επενδύσεις λόγω έλλειψης ασφάλειας, οπότε θα φυτοζωεί πότε ξεπλένοντας μαύρο χρήμα και πότε κερδίζοντας μέσα από τις συμφορές των γύρω χωρών. Πανηγυρίζουμε γιατί αυξήσαμε τον τουρισμό, αλλά δεν βλέπουμε ότι αυτό συμβαίνει γιατί ο εμφύλιος έκλεισε μια ανταγωνιστική μας αγορά όπως η Αίγυπτος.


Οι Τ/Κ αισθάνθηκαν ευτυχισμένοι μετά το 1974 γιατί ήρθε η μητέρα πατρίδα να τους σώσει. Στην πορεία όμως αντιλήφθηκαν ότι η Τουρκία αυτό που θέλει είναι να εξυπηρετήσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα στην περιοχή. Κατά τα άλλα, «χαραμοφάηδες» τους ανεβάζει και «τεμπέληδες» τους κατεβάζει ο Ερντογάν. Προετοιμάζοντάς τους, αντί Ευρωπαίοι πολίτες, να γίνουν μια υπανάπτυκτη επαρχία της Ανατολίας, η οποία θα πλημμυρίσει εποίκους και θα παίρνει εντολές από την Άγκυρα.


Μια ελπίδα        

Την τελευταία δεκαετία ηγήθηκαν των Ε/Κ και των Τ/Κ ηγέτες οι οποίοι θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά. Κι αυτό γιατί μπορούσαν και μπορούν να σκεφτούν περισσότερο αυτό που μας ενώνει παρά αυτό που μας χωρίζει. Οι κύριοι Χριστόφιας και Ταλάτ δεν τα κατάφεραν παρότι έφτασαν σε πολύ σημαντικές συγκλίσεις. Οι κύριοι Αναστασιάδης και Ακιντζί φαίνεται ότι και αυτοί δυσκολεύονται. Ουδείς παραγνωρίζει τον ρόλο της Τουρκίας, των υπόλοιπων εγγυητριών δυνάμεων και κυρίως των μεγάλων παικτών. Θα θέλαμε ωστόσο από τους κυρίους Αναστασιάδη και Ακιντζί για πρώτη φορά στην ιστορία του Κυπριακού να αποτολμήσουν κάτι θαρραλέο, έστω και χωρίς να το φωνάξουν. Αν διεκδικούν την πατρότητα των συνομιλιών, ας λύσουν το πρόβλημα οι δυο τους. Ας καταλήξουν στην εσωτερική πτυχή λαμβάνοντας υπόψη τους φόβους και τις ανασφάλειες της κάθε πλευράς. Ας μας αποδείξουν ότι διαπραγματεύονται εν ονόματι των Κυπρίων. Ο συμβιβασμός είναι απλός. Οι Ε/Κ προσφέρουν αναγνώριση, πολιτική ισότητα και ένταξη των Τουρκοκυπρίων στην ΕΕ. Οι Ε/Κ παίρνουν πίσω έδαφος και απαλλάσσονται από τον φόβο της Τουρκίας. Οι Τ/Κ έχουν κάθε δικαίωμα να διεκδικούν εκ περιτροπής προεδρία και αποτελεσματική συμμετοχή. Δεν έχουν όμως δικαίωμα, όπως έκαναν οι Ε/Κ τη δεκαετία του 1950, να εξυπηρετούν τα συμφέροντα της Τουρκίας στην Κύπρο, ζητώντας καθεστώς Ευρωπαίου πολίτη για 80 εκατ. Τούρκους στην Κύπρο και εγγυητικά δικαιώματα.


Δημοσίευση σχολίου