Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2008

Ύστατο χαίρε στον Σεργκέι Νοβοσίλοφ

Ο μόνος που ασχολήθηκε μαζί του ήταν ο παθολογοανατόμος Σοφοκλής Σοφοκλέους, ο οποίος πιστοποίησε τον θάνατό του: «Κρεμάστηκε με σεντόνι στο κελί του. Αποκλείω το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας».
Η ψυχή του φτερούγισε, στη συνέχεια, θλιμμένη μέσα από το κάγκελο της φυλακής και κίνησε για το μακρινό ταξίδι της επιστροφής. Ο τριανταπεντάχρονος Σεργκέι τώρα δεν έχει πρόβλημα να επιστρέψει στην πατρίδα του τη Μολδαβία. Ακολουθώντας από ψηλά τον ρου του ήρεμου ποταμού Μόλδοβα ατένισε για τελευταία φορά τις καταπράσινες κοιλάδες, τις χαμηλές ντάτσιες του Ντουπασάρι και τους συμπατριώτες του στα εργοτάξια της πρωτεύουσας Chisinau να δίνουν τη μάχη της επιβίωσης.
Η ζωή στον Μόλδοβα δεν είναι καθόλου εύκολη. Η χώρα θεωρείται ως η πιο φτωχή της ανατολικής Ευρώπης, παρά το γεγονός ότι ούτε οι πρώτες ύλες της λείπουν ούτε τα πλούσια νερά των ποταμών Μόλδοβα και Δνείπερου, ούτε οι θαυμάσιοι αμπελώνες στις νότιες επαρχίες της.
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, την εξουσία κατέλαβε μια ομάδα σταλινικών η οποία διοικεί δια πυρός και σιδήρου. Την ίδια στιγμή, οι Ουκρανοί και οι Ρώσοι του βόρειου Μόλδοβα έχουν κηρύξει την αυτονομία τους, ενώ στις νότιες επαρχίες μια άλλη ομάδα πληθυσμού αγωνίζεται για την ένωση της χώρας με τη Ρουμανία, όπως ίσχυε πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό βέβαια δεν είναι δυνατό να γίνει, αφού στην περιοχή ακόμα στρατοπεδεύει η 14η στρατιά του ρωσικού στρατού, η οποία επιμένει ότι η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται στη σφαίρα επιρροής του Κρεμλίνου.
Δεν χρειάζεται στ’ αλήθεια μεγάλη προσπάθεια για να αντιληφθεί κανείς γιατί ο 35χρονος Σεργκέι Νοβοσίλοφ, όπως και χιλιάδες άλλοι Μολδαβοί, εγκατέλειψε την πατρίδα του και αναζήτησε δουλειά στην Κύπρο, κυνηγώντας το δίκαιο όνειρο μιας καλύτερης ζωής.Ένα όνειρο που κάποιοι ονειρο-πωλητές του υποσχέθηκαν: Όταν όμως με μύριες υποσχέσεις τον έφεραν ως τουρίστα, στη συνέχεια τον έκρυβαν για να τον εργοδοτούν παράνομα, έναντι πινακίου φακής. Επιπλέον του υπέδειξαν δύο, κατά τρόπο τραγικό, αντιφατικά πράγματα: Πρώτον, αν θέλει να μείνει πρέπει να δουλεύει σκληρά και δεύτερον, όταν βλέπει αστυνομία να τρέχει γρήγορα. Έθεσε με θρησκευτική ευλάβεια σε εφαρμογή την πρώτη υπόδειξη, κι έτσι, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούσε να υλοποιήσει τη δεύτερη. Στις 29 Ιουνίου τα όργανα της τάξεως τον συνέλαβαν και τον έριξαν σε ένα κελί στον αστυνομικό σταθμό Λάρνακας. Επρόκειτο να απελαθεί τις προσεχείς μέρες γιατί εισήλθε παράνομα στην Κύπρο, παραβιάζοντας τους κείμενους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι νόμοι πού καιροί (πολύ μακρινοί αλήθεια), μακαριστέ Σεργκέι, όπου άνθρωποι σαν και σένα κινούνταν ως πραγματικοί παγκόσμιοι πολίτες, χωρίς ιδιαίτερες διατυπώσεις, άλλοτε με τον τσαμπουκά του Μεγαλέξαντρου, άλλοτε με την περιέργεια του Μάρκο Πόλο κι άλλοτε εξ ανάγκης, γιατί η ανομβρία και ο λιμός τους στέρησαν τα προς το ζειν. Τα πράγματα βέβαια άλλαξαν στους σύγχρονους καιρούς, όταν κάποιοι επιχειρηματίες ζήτησαν κλειστές περιοχές για να πωλούν χωρίς ιδιαίτερο ανταγωνισμό τα προϊόντα τους. Τότε άρχισαν να δημιουργούνται σύνορα, τελωνεία, και λοιπές διατυπώσεις. Φυσιολογικά οι συντεχνίες των εργαζομένων σκέφτηκαν κι αυτές να κλείσουν την αγορά εργασίας κι ακολούθησαν οι πολιτικοί, οι οποίοι διέκριναν τα πλεονεκτήματα της αποκλειστικής διοίκησης μιας περιοχής. Νομοτελειακά οι χαρτογράφοι έπρεπε να γίνουν πολύ πιο ακριβείς και οι νομοθέτες να μην έχουν άλλη δουλειά από το να δημιουργήσουν νόμους που να ικανοποιούν τους επιχειρηματίες, τους πολιτικούς και τους εργαζόμενους. Τους νόμους αυτούς, Σεργκέι, ακολουθούμε και μεις σήμερα σαν παπαγαλάκια. Όχι μόνο γιατί θέλουμε να προστατέψουμε τα σύνορά μας, όχι μόνο γιατί η κατοχή έχει στενέψει τις καρδιές μας, αλλά και γιατί ως μια κλειστή και συντηρητική κοινωνία που είμαστε φοβόμαστε τους ξένους. Ναι, μακαριστέ Σεργκέι, γιατί όπως επισημαίνει ο Οδυσσέας Ελύτης, ο ποιητής της αγάπης, «το άγνωστο και τ΄από αλλού φερμένο το φοβούνται, τελικά, οι άνθρωποι».
Προσπαθώ να φανταστώ τις στιγμές της ζωής σου στο κρατητήριο του αστυνομικού σταθμού Λάρνακας. Όχι, δεν δικαιολογώ την απονενοημένη ενέργειά σου, ωστόσο είμαι σίγουρος ότι στις δύσκολες εκείνες ώρες κανείς δεν σου είπε μια γλυκιά κουβέντα, έστω ένα λόγο παρηγοριάς και στήριξης. Λες κι εμείς εδώ, Σεργκέι, δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει ανέχεια, εγκατάλειψη και φόβος. Λες και δεν νιώσαμε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια μας όταν μας εγκατέλειψε το 1974 η ελπίδα. Με σύνθημα έκτοτε -και όχι στάση ζωής- το «ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ», συλλαμβάνουμε τους εαυτούς μας συνεχώς να ξεχνούν, περιμένοντας κατά τραγικό τρόπο κάποιον σαν και σένα να μας αφυπνίσει.
Στο καλό Σεργκέι... Κι αν μπορείς, συγχώρεσε μας.
Δημοσίευση σχολίου